Συνεντεύξεις

Ηρώ Παλαιολόγου: «Αν στην Ηλεία οι άνθρωποι ήταν ενωμένοι θα είχαν μεγαλουργήσει»

Συνέντευξη στη Νάντια Μανιάτη.

Βρίσκει και απολαμβάνει την ευτυχία μέσα από μικρά πράγματα, όπως μια βόλτα στη θάλασσα, στο κελάηδημα ενός κοτσυφιού ή ακόμη και στον ήχο της βροχής. Ξεκίνησε γράφοντας στίχους, τους οποίους στη συνέχεια άκουσε στο ραδιόφωνο χωρίς η ίδια να έχει δώσει την άδειά της, κάτι που την πίκρανε και την ώθησε να αλλάξει τρόπο γραφής.

Ο λόγος για τη συγγραφέα Ηρώ Παλαιολόγου από τα Λεχαινά, η οποία παρουσίασε πρόσφατα το βιβλίο της «Μυσταγωγία στην αντικρινή όχθη», ένα ιδιαίτερο λογοτεχνικό δημιούργημα το οποίο περιγράφει με έναν χαρισματικό  τρόπο τη ζωή των ανθρώπων τη δεκαετία 1960-’70, μια εποχή με το λικέρ τριαντάφυλλο και μπανάνα να κυριαρχούν και το πλεκτό τραπεζομάντηλο της γιαγιάς να είναι σε πρώτο πλάνο, ως βασικό στοιχείο διακόσμησης των επίπλων. Στη συνέντευξη που ακολουθεί η κ. Παλαιολόγου μας μιλά για πολλά και μας αποκαλύπτει αποκλειστικά, τα επόμενα σχέδιά της.

Έχετε πει ότι βρίσκετε την ευτυχία σε απλά πράγματα, ποια είναι αυτά;                                                                                                                            

 «Η λατρεμένη μου θάλασσα και τα ηχολαλήματα από τα κύματά της, μα πιο πολύ, όταν τη νύχτα, το φως του φεγγαριού χαϊδεύει την επιφάνειά της! Το κελάηδημα των πουλιών, ειδικά του κοτσυφιού! Το χαμόγελο ενός παιδιού! Η πρώτη, φθινοπωρινή βροχή και η μυρωδιά από το βρεγμένο χώμα! Ένα αγαπημένο τραγούδι! Ο ήχος από το θρόισμα των φύλλων στα δέντρα! Η ανάγνωση ενός καλού βιβλίου! Μία βόλτα με την ομπρέλα, κάτω από τη βροχή! Ένας περίπατος στα Αναφιώτικα, κάτω από τη σκιά της Ακρόπολης! Το αντίκρισμα του ήλιου κάθε πρωί, μαζί με ένα ευχαριστώ!»

Πώς μπήκε η συγγραφή στη ζωή σας;                                                               

«Ξεκίνησα με στίχο. Αφού απογοητεύτηκα από την «βρωμιά» κάποιων ανθρώπων του συστήματος και από την κλοπή στίχων μου, τους οποίους άκουσα στο ραδιόφωνο, άρχισα να γράφω ποίηση. Συνέχισα αποτυπώνοντας τις σκέψεις και τις ανησυχίες μου, για το μέλλον του πλανήτη, για τον κόσμο που προχωράει δίχως να αλλάζει, για την αγένεια κ.λ.π. Έτσι εκδόθηκε το πρώτο μου έργο, «Ανεπίδοτα κατηγορώ». Αργότερα συμμετείχα σε ένα συλλογικό έργο, με θέμα την ψυχική, γυναικεία κακοποίηση, υπό την αιγίδα της UNESCO Πειραιώς και Νήσων, «Μετά το σκοτάδι το φως», με το μυθιστόρημά μου, «Γυμνά Κλαριά». Ήταν μια αληθινή ιστορία βίας, που είχα ακούσει μικρή, και απλώς την έγραψα εμπλουτίζοντάς την».

Η ποίηση τι θέση έχει στη ζωή σας;                                                                              

«Έχω συμμετάσχει σε τρεις ποιητικές ανθολογίες. Η προσωπική, ποιητική συλλογή, είναι έτοιμη στο συρτάρι. Θα παραμείνει εκεί, διότι αυτό που ετοιμάζω, για κάποιο λόγο, προηγείται».

Τί σας ενέπνευσε να γράψετε το βιβλίο «Μυσταγωγία στην αντικρινή όχθη» από τις Εκδόσεις 24 γράμματα;                                                            

«Η έμπνευση μπορεί να έρθει από θέληση, από νοσταλγία, από επιθυμία, από μεγάλη αγάπη, από αγωνίες. Είναι σαν μια μάνα, που νοιάζεται για τα παιδιά της. Οι εποχές περνάνε, σαν νερό, μα εκτιμώ, πως δεν πρέπει να τις ξεχνάμε. Στον “καύσωνα” της εποχής που διανύουμε, το καθάριο νερό εκείνης της εποχής, μας ξεδιψάει. Ναι, να προχωράμε τη ζωή μας, μα να κουβαλάμε και την ταυτότητά μας, μαζί. Αυτό ακριβώς, θέλησα να υπενθυμίσω σε όλους με έναν γλυκό τρόπο γεμάτο συναισθήματα, δάκρυα και γέλια. Δεν ανήκω στους παρελθοντολάγνους, αλλά σε αυτούς που αγαπούν την ιστορία και προσπαθούν να μην την αφήνουν να ξεχαστεί».

Στην παρουσίαση του βιβλίου κυριάρχησαν εικόνες της εποχής…

«Πώς μπορούσα να μιλήσω, για μια άλλη εποχή και να μην είχα φροντίσει τα φιλέματα, λουκούμια, λικέρ τριαντάφυλλο και μπανάνα, το πλεκτό τραπεζομάντηλο της γιαγιάς, τις μπλε σχολικές ποδιές, που φορούσαν τα παιδιά, τα τραγούδια, τους χορούς;  Ήθελα οι παρευρισκόμενοι να ταξιδέψουν, να αισθανθούν και  να γευτούν εκείνη τη δεκαετία».

Ποιο θεωρείτε το βασικότερο ελάττωμα των ανθρώπων σήμερα, σε σχέση με το τότε;                                                                                                                               

«Το “εγώ”, που τότε ήταν, “εμείς”. Την αδιαφορία, την ανθρωπιά, που κάποτε γέμιζε κιούπια, ενώ τώρα κρύφτηκε σε υδρίες κ.ά.».

Μπορεί ένα λογοτεχνικό έργο να αλλάξει μια ανθρώπινη ζωή;                                    

«Αν κάποιος έχει το “χωράφι του οργωμένο”, έτοιμο να “φυτευτεί” η σκέψη, τότε, ίσως ναι. Η σκέψη, φυτεύεται μόνο με θέληση και αδιάκοπη “εργασία”».

Ο κόσμος διαβάζει σήμερα ή η πανδημία και το διαδίκτυο μονοπωλούν τον χρόνο τους;                                                                                                                      

 «Εκτιμώ, πως δεν φταίει η πανδημία, ούτε το διαδίκτυο, που ο περισσότερος κόσμος δεν διαβάζει. Όποιος θέλει να εξελιχθεί, να ξεκολλήσει από τα βαλτώδη νερά όλων των ισχυρών και της Νέας Τάξης Πραγμάτων, που στοχεύουν να μας αφήσουν σε αυτά τα “έλη”, προσπαθεί. Όλα είναι θέμα θέλησης».

Σχεδιάζετε κάτι άλλο;                                                                                                        

«Εννοείται! Τελείωσα μια μεγάλη έρευνα. Ετοιμάζω κάποιο θέμα, λατρεμένο! Ακόμα, την περίοδο της καραντίνας και το λέω πρώτη φορά σε εσάς, είχα πρόταση και πήρα συνέντευξη από κάποιο πρόσωπο, που μου έκανε την τιμή και μου εκμυστηρεύτηκε σημαντικά κομμάτια της ζωής του, τα οποία έχουν σχέση με ένα ιστορικό γεγονός της Ελλάδας. Όσο αναπνέω, θα συνεχίζω να κάνω αυτό που αγαπώ!»

Υπάρχει κάτι που σας φοβίζει;                                                                                                 

  «Δεν φοβάμαι το θάνατο, αλλά φοβάμαι τη ζηλοφθονία, την αγένεια, την υποκρισία, την ασυνειδησία, μα πιο πολύ με τρομάζουν οι “μασκοφορεμένοι” άνθρωποι, ο ωχαδελφισμός, το συμφέρον, το “αλτσχάιμερ” πολιτών και πολιτικών. Κυριολεκτικά τρέμω με την κάκιστη συμπεριφορά όλων μας προς στον πλανήτη, που μας φιλοξενεί».

Τί σημαίνει για εσάς η Μυρσίνη και τα Λεχαινά;        

«Μυρσίνη, Λεχαινά και όλος ο κάμπος της Ηλείας, σημαίνει ρίζες ταυτότητα. Στεναχωριέμαι πάρα πολύ, που όπως σε όλη την Ελλάδα, έτσι και στα πάτρια εδάφη έχει χαθεί το, “εμείς”, και έχει γίνει, “εγώ”. Θλίβομαι, που διαπιστώνω στον τόπο μου κόντρες, αντιζηλίες, αδιαφορία. Θλίβομαι γιατί, αν σε αυτόν, τον ευλογημένο τόπο, οι άνθρωποι ήταν αγαπημένοι και ενωμένοι, θα είχαν μεγαλουργήσει!»

Όλη η επικαιρότητα