Ελλάδα Κόσμος Υγεία

Κοροναϊός: «Το εμβόλιο είναι τουλάχιστον έναν χρόνο μακριά»

Τα νέα από το κορωνο-ϊογενές «μέτωπο» – ή μάλλον «μέτωπα», τα οποία συνεχώς αυξάνονται ανά τον κόσμο – προκαλούν ολοένα και μεγαλύτερη ανησυχία. Ο SARS-CoV-2 ήρθε και στη χώρα μας, έχοντας πρώτα δώσει δυναμικό «παρών» στη γειτονική Ιταλία. Και όλα δείχνουν ότι βρισκόμαστε επίσης μια ανάσα πριν από την πανδημία, καθώς η «κορωνοϊο-καταιγίδα» χτυπά όλο και περισσότερες χώρες.

Μέσα σε αυτόν τον «ιο-κυκεώνα» «Το Βήμα» αναζήτησε την άποψη ενός επιστήμονα διεθνούς κύρους ο οποίος τις τελευταίες δεκαετίες έχει έρθει αντιμέτωπος με πολλές επιδημίες αλλά και πανδημίες και είναι από εκείνους που έχουν παίξει καθοριστικό ρόλο στην αντιμετώπισή τους πρωτοστατώντας στην ανάπτυξη εμβολίων και θεραπειών εναντίον τους. Ετσι και τώρα με τον νέο κορωνοϊό: ο δρ Αντονι Φάουτσι, περί ου ο λόγος, επί 36 χρόνια διευθυντής του ευυπόληπτου Εθνικού Ινστιτούτου για τις Αλλεργίες και τα Μεταδιδόμενα Νοσήματα των ΗΠΑ (National Institute of Allergy and Infectious Diseases – NIAID), ένα από τα αμερικανικά Εθνικά Ινστιτούτα Υγείας, βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της διεξαγωγής πειραμάτων και δοκιμών εμβολίων και θεραπειών για τον SARS-CoV-2 – διότι τελικά, με δεδομένο ότι ο ιός συνεχίζει ακάθεκτος την παγκόσμια πορεία του, όλοι εναποθέτουν τις ελπίδες τους στο να αναπτυχθούν το ταχύτερο δυνατόν προληπτικά εμβόλια αλλά και να βρεθούν αποτελεσματικές θεραπείες για την αντιμετώπισή του.

Ο δρ Φάουτσι μάς μίλησε αποκλειστικά και μεταξύ άλλων πολύ ενδιαφερόντων μάς είπε ότι ένα ευρέως διαθέσιμο εμβόλιο για τον νέο κορωνοϊό είναι περισσότερο από έναν χρόνο μακριά – αν και το ΝΙΑΙD προπορεύεται τις τελευταίες ημέρες στην κούρσα ανάπτυξης εμβολίου έχοντας ήδη στα χέρια του έτοιμο ένα υποψήφιο εμβόλιο το οποίο θα μπει σε πρώτη φάση κλινικών δοκιμών σε ανθρώπους την άνοιξη. Τα λόγια αυτά έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς προέρχονται από έναν από τους πλέον αρμοδίους επιστήμονες για το συγκεκριμένο «καυτό» ζήτημα παγκοσμίως.

Κριτήρια πανδημίας

Ξεκινώντας ρωτήσαμε τον δρα Φάουτσι αν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με έναν ιό ικανό να προκαλέσει πανδημία (να σημειωθεί πως όταν γραφόταν το συγκεκριμένο κείμενο, ενώ πολλοί ειδικοί ανέφεραν ότι βρισκόμασταν στο παρά ένα της πανδημίας, δεν είχε γίνει τέτοια ανακήρυξη από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας). Οπως μας απάντησε, «η πανδημία γενικώς ορίζεται ως συστηματική μετάδοση ενός νέου παθογόνου σε πολλές περιοχές του κόσμου. Ο νέος κορωνοϊός δεν πληροί, ακόμη τουλάχιστον, αυτά τα κριτήρια στο σύνολό τους και ελπίζω ότι η Κίνα και άλλες χώρες με κάποιον βαθμό μετάδοσης του ιού είναι ικανές να σταματήσουν την επιδημία του. Ωστόσο είναι πιθανό ο SARS-CoV-2 να προκαλέσει πανδημία. Δεν θα δημιουργούσε έκπληξη το να δούμε επιπλέον δευτερογενείς μεταδόσεις του ιού εκτός Κίνας».

Βέβαια, όπως όλα δείχνουν ως τώρα, πρόκειται για έναν ιογενή εχθρό που μπορεί να μας επιφυλάσσει νέες εκπλήξεις. Το γεγονός ότι αποτελεί σε μεγάλο βαθμό έναν άγνωστο παρά γνωστό μας μάς σχολίασε και ο διευθυντής του NIAID. «Καθώς είναι πολλά αυτά που δεν γνωρίζουμε για τον SARS-CoV-2, είναι δύσκολο να εξαγάγουμε οριστικά συμπεράσματα για πτυχές του όπως η μεταδοτικότητα αλλά και η βαρύτητά του. Φαίνεται πάντως να έχει πολύ μεγαλύτερη μεταδοτικότητα από τον συγγενή του ιό του SARS». Μήπως τελικά δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε αυτή την περιβόητη μεταδοτικότητα του SARS-CoV-2, επειδή πολλά κρούσματα δεν ανιχνεύονται, λόγω της ήπιας συμπτωματολογίας που, όπως αναφέρεται, αφορά περισσότερες από οκτώ στις δέκα περιπτώσεις; «Πράγματι, πιθανότατα υπάρχουν ασυμπτωματικοί ασθενείς οι οποίοι δεν καταγράφονται, καθώς δεν καταφεύγουν στον γιατρό ή στο νοσοκομείο για εξέταση ή θεραπεία».

Ενδεδειγμένες πρακτικές

Ενα από τα βασικά ερωτήματα που απασχολούν ειδικούς και μη είναι μεταξύ άλλων το αν πρόκειται για έναν ιό που… ήρθε για να μείνει, που θα καταστεί ενδημικός και θα προκαλεί εποχικές επιδημίες, όπως συμβαίνει με τη γρίπη. «Αν η Κίνα δεν καταφέρει να σταματήσει την επιδημία που αντιμετωπίζει, είναι πιθανό ο ιός να καταστεί ενδημικός και να οδηγήσει σε εποχικές επιδημίες. Ωστόσο είναι πολύ νωρίς για να γνωρίζουμε πόσο πιθανό είναι ένα τέτοιο σενάριο» απάντησε ο δρ Φάουτσι. Η Κίνα κάνει λοιπόν όσα πρέπει για να σταματήσει την επιδημία; Αλλά και οι υπόλοιπες χώρες πράττουν τα δέοντα; Το τελευταίο διάστημα καταγράφεται μια σχετική πτώση των νέων κρουσμάτων στην «πηγή» του ιογενούς κακού, ωστόσο φαίνεται ότι ζούμε ένα δεύτερο «κύμα» ευρείας… εξαγωγής του ιού προς άλλες χώρες. «Η Κίνα έλαβε πραγματικά ακραία μέτρα για τον έλεγχο της επιδημίας. Ο περιορισμός των μετακινήσεων σε 50 εκατομμύρια ανθρώπους που επέβαλε είναι χωρίς προηγούμενο, ωστόσο ίσως τελικά μπορεί να έχει επίδραση στην επιβράδυνση της εξάπλωσης του ιού. Τα μέτρα που εφαρμόζονται στις ΗΠΑ και σε άλλες χώρες δεν έχουν ως στόχο την ανίχνευση κάθε ατόμου με τη νόσο COVID-19 που εισέρχεται εντός τους. Η απόκριση στην επιδημία αυτή παραμένει επικεντρωμένη στις αποδεδειγμένες πρακτικές δημόσιας υγείας που αφορούν τον εντοπισμό κρουσμάτων, την απομόνωσή τους και την ιχνηλάτηση των επαφών τους».

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που αναφέρουν ότι υπερασχολούμαστε με τον κορωνοϊό τη στιγμή που στο βόρειο ημισφαίριο – συμπεριλαμβανομένης της χώρας μας – καταγράφονται επιδημίες γρίπης με πολλά κρούσματα και νεκρούς. Μήπως η γρίπη αποτελεί έναν μόνιμο και σοβαρότερο κίνδυνο για τον πληθυσμό; «Ανησυχώ πάντα για τη γρίπη. Κάθε περίοδο γρίπης εκατομμύρια άτομα κινδυνεύουν να νοσήσουν σοβαρά ή να πεθάνουν. Αυτή τη στιγμή ο πληθυσμός στις περισσότερες χώρες του βορείου ημισφαιρίου αντιμετωπίζει πολύ υψηλότερο κίνδυνο να εκτεθεί στον ιό της γρίπης παρά στον SARS-CoV-2. Πάντως, η επιδημία της νόσου COVID-19 βρίσκεται σε εξέλιξη και την αντιμετωπίζουμε ως μια πολύ σοβαρή απειλή για τη δημόσια υγεία».

Οπλα για τη φαρέτρα μας

Ακριβώς επειδή φαίνεται ότι ο νέος κορωνοϊός αποτελεί μια άκρως υπολογίσιμη απειλή, οι επιστήμονες παλεύουν ασταμάτητα με τον χρόνο ώστε να αναπτύξουν αποτελεσματικά προληπτικά εμβόλια αλλά και να βρουν θεραπείες εναντίον του. Ο δρ Φάουτσι και το Ινστιτούτο του οποίου ηγείται είναι στην πρώτη γραμμή τέτοιων προσπαθειών και δεν μπορούσαμε να μην τον ρωτήσουμε για το πού βρισκόμαστε σε ό,τι αφορά τόσο τα εμβόλια όσο και τις θεραπείες. «Το NIAID διερευνά πολλά υποψήφια εμβόλια και βρίσκεται σε διαδικασία διεξαγωγής αυτή την άνοιξη κλινικής δοκιμής φάσης 1 ενός πειραματικού εμβολίου που βασίζεται στο messenger RNA (mRNA). Η πρώτη αυτή φάση θα αφορά χορήγηση του εμβολίου σε υγιείς ενηλίκους στις ΗΠΑ προκειμένου να ελεγχθεί η ασφάλειά του καθώς και το αν μπορεί να προκαλέσει ανοσολογική απόκριση στους λήπτες. Σε κάθε περίπτωση είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε ότι η ανάπτυξη πειραματικών εμβολίων και στη συνέχεια οι κλινικές δοκιμές τους που πιστοποιούν την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητά τους είναι μια διαδικασία χρονοβόρος. Το πιθανότερο είναι ότι ένα εμβόλιο ενάντια στον νέο κορωνοϊό δεν θα καταστεί ευρέως διαθέσιμο πριν από περισσότερο από ένα έτος».

Είναι επόμενο λοιπόν, καθώς το εμβόλιο αργεί, το βάρος να πέφτει σε μεγάλο βαθμό στις θεραπείες που θα σώσουν ζωές βαρέως πασχόντων. Και σε αυτό το πεδίο το NIAID βρίσκεται στην πρώτη γραμμή δοκιμάζοντας διαφορετικές θεραπευτικές προσεγγίσεις. «Μελετούμε την ανάπτυξη αντι-ιικών φαρμάκων και μονοκλωνικών αντισωμάτων για πιθανή χρήση ενάντια στον νέο κορωνοϊό. Ετοιμάζουμε πρωτόκολλα σχετικά με in vitro αλλά και in vivo πειράματα του αντι-ιικού φαρμάκου remdesivir το οποίο έχει φανεί υποσχόμενο ενάντια σε άλλους κορωνοϊούς σε ζωικά μοντέλα. Σχεδιάζουμε επίσης να αξιολογήσουμε τον συνδυασμό λοπιναβίρης/ριτοναβίρης (σ.σ.: πρόκειται για αντιρετροϊκή θεραπεία που χορηγείται ενάντια στον ιό ΗΙV του AIDS) και την ιντερφερόνη-β ενάντια στον SARS-CoV-2. Επιπλέον επιστήμονες του NIAID εργάζονται επάνω στην ταυτοποίηση μονοκλωνικών αντισωμάτων με θεραπευτική δυναμική τα οποία προέρχονται από αποθηκευμένα δείγματα ασθενών με SARS αλλά και ασθενών με COVΙD-19».

Πρόληψη, όπως πάντα

Είναι ηλίου φαεινότερον, όπως προκύπτει και από τα λεγόμενα του δρος Φάουτσι, ότι είναι πολλά εκείνα που έχουμε ακόμη να κατακτήσουμε σε ό,τι αφορά τη γνώση σχετικά με αυτόν τον νέο ιό που μπήκε στη ζωή του παγκόσμιου πληθυσμού και κανένας δεν γνωρίζει αν και πότε θα βγει. Αυτό παραδέχεται και ο ίδιος ο διευθυντής του NIAID. «Εχουμε πολλά να μάθουμε ακόμη για τον νέο κορωνοϊό. Για παράδειγμα, δεν ξέρουμε για ποιον λόγο υπάρχουν τόσο λίγα κρούσματα του ιού μεταξύ παιδιών, γεγονός που είναι περίεργο για έναν ιό που πλήττει το αναπνευστικό σύστημα».

Με τόσα ερωτήματα μετέωρα ακόμα και για τους ειδήμονες, η ανησυχία όλων εμάς των κοινών θνητών είναι επόμενο να εντείνεται. Πόσο να ανησυχούμε; ήταν το τελευταίο και βασικό μας ερώτημα στον δρα Φάουτσι. Οπως μας απάντησε, «τα πράγματα συνεχώς αλλάζουν και αντιμετωπίζουμε αυτή την κατάσταση έκτακτης ανάγκης ως μια πολύ σοβαρή απειλή για τη δημόσια υγεία. Καταλαβαίνουμε ότι ο πληθυσμός μπορεί να ανησυχεί, αλλά αυτό που μπορούμε να τον συμβουλεύσουμε είναι να μην αφήσει τον φόβο και τον πανικό να καθοδηγούν τις πράξεις του».

Οχι πανικός λοιπόν αλλά απλώς ζωτικής σημασίας μέτρα πρόληψης που πρέπει να ακολουθήσει ο καθένας μας ώστε να υψώσει «ασπίδα» ενάντια στον ιό, είναι η τελευταία συμβουλή του διευθυντή του ΝΙΑΙD. «Συνιστούμε να τηρούνται καθημερινά προληπτικά μέτρα προσωπικής υγιεινής ώστε να αποτραπεί η εξάπλωση της νόσου COVID-19, όπως το προσεκτικό πλύσιμο των χεριών. Οσο για το θέμα με τις μάσκες, η πλειονότητα των ανθρώπων εκτός Κίνας δεν χρειάζεται να φορά μάσκα. Η μάσκα είναι πιο κατάλληλη για τα μολυσμένα άτομα παρά για εκείνα που προσπαθούν να προστατευθούν από τη λοίμωξη».

Κοινώς, ύστερα από όλα αυτά, καθώς και αυτός ο ιός – όπως όλοι οι ιοί – δεν γνωρίζει σύνορα, το σημαντικό είναι να του συμπεριφερθούμε όπως του αρμόζει. Ψύχραιμοι και προετοιμασμένοι – και αυτό αφορά τόσο εκείνους που χαράσσουν τη στρατηγική αντιμετώπισής του όσο και τον καθένα μας που πρέπει να πράξει τα απλά αλλά ενδεδειγμένα ώστε να προστατεύσει τον εαυτό του και τους γύρω του.

Η επιδημία COVID-19 παρουσιάζει ομοιότητες αλλά και διαφορές τόσο με το σύνδρομο SARS (2002-2003) όσο και με το MERS (2019-σήμερα). Τα συμπτώματα και των τριών νόσων περιλαμβάνουν πυρετό, βήχα και συχνά προσβολή του κατώτερου αναπνευστικού, ενώ καθίστανται επικίνδυνα στις μεγαλύτερες ηλικίες και σε περιπτώσεις όπου υπάρχουν υποκείμενα νοσήματα, όπως καρδιαγγειακά, διαβήτης, καρκίνος.

Ο ΠΟΥ ανακήρυξε λήξασα την επιδημία SARS στις 5 Ιουλίου 2003. Με 8.096 κρούσματα και 774 θανάτους σε 29 χώρες, η θνητότητά της υπολογίστηκε στο 9,6%. Η επιδημία MERS δεν έχει ακόμη ελεγχθεί: με 2.494 πιστοποιημένα περιστατικά και 858 θανάτους σε 27 χώρες, η θνητότητά της αγγίζει το 34,4%.

Παρά το γεγονός ότι η COVID-19 εμφανίζει πολύ μικρότερη θνητότητα σε σχέση με τις SARS και MERS (υπολογίζεται στο 2,3%), έχει κοστίσει τη ζωή σε περισσότερους από 2.700 ασθενείς εξαιτίας του μεγάλου αριθμού κρουσμάτων. Με άλλα λόγια, η μεταδοτικότητα της COVID-19 είναι σαφώς μεγαλύτερη των προηγουμένων δύο ζωονόσων που οφείλονταν σε κορωνοϊούς. Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι ο υπολογισμός της θνητότητας για την COVID-19 μεταβάλλεται συνεχώς και διαφέρει από περιοχή σε περιοχή. Είναι χαρακτηριστικό ότι εντός της επαρχίας Hubei η θνητότητα υπολογίζεται στο 2,9% ενώ εκτός αυτής στο 0,4%.

via

Όλη η επικαιρότητα