Μαθηματικές … δυσκολίες!

mathimatikes_._dyskolies.jpg

Στην Παιδαγωγική επιστήμη οι ειδικές μαθησιακές δυσκολίες στα μαθηματικά αναφέρονται με τον όρο δυσαριθμησία, η οποία έχει να κάνει με μια σοβαρή ή πλήρη αδυναμία μαθηματικών υπολογισμών και κατατάσσεται  στην γενική κατηγορία των ειδικών μαθησιακών δυσκολιών. Υπολογίζεται ότι κάποια μορφή ειδικής μαθησιακής δυσκολίας στα μαθηματικά εμφανίζεται σε περίπου 5% – 8% του σχολικού μαθητικού πληθυσμού. Οι έρευνες έχουν εντοπίσει προβλήματα στην εγκεφαλική δομή και λειτουργία ως αίτια της δυσαριθμησίας όπως επίσης ότι τα μέλη της οικογένειας παιδιών  με δυσαριθμησία διατρέχουν 10 φορές περισσότερο κίνδυνο να έχουν και τα ίδια μαθησιακές δυσκολίες στα μαθηματικά.

Η διάγνωση παιδιών με μαθησιακή δυσκολία στα μαθηματικά μπορεί να γίνει με τη χρήση σταθμισμένων τεστ αριθμητικών ικανοτήτων, με βάση τα οποία προσδιορίζεται το επίπεδο επίδοσης του μαθητή  σε σχέση με αυτό των συνομηλίκων του. Ωστόσο η διάγνωση αποτελεί μια πολύπλοκη διαδικασία. Μια χαμηλότερη από την αναμενόμενη επίδοση στα μαθηματικά δε συνεπάγεται αυτόματα την ύπαρξη δυσαριθμησίας διότι τα παιδιά μπορεί να έχουν χαμηλούς βαθμούς στα μαθηματικά σε μία τάξη και υψηλότερους σε μιαν άλλη. Μαθητές όμως που έχουν συνεχώς χαμηλούς βαθμούς σε όλες τις τάξεις και που έχουν ελλείμματα μνήμης ή γνωστικές ανεπάρκειες, είναι «υψηλού κινδύνου» για μαθησιακή δυσκολία στα μαθηματικά. Από την άλλη η αξιολόγηση των ικανοτήτων στα μαθηματικά με τη χρήση της γενικής βαθμολογίας μπορεί να είναι παραπλανητική, αφού η βαθμολογία αυτή μπορεί να αφορά αδυναμίες σε επιμέρους τομείς των μαθηματικών. Σημαντικό επίσης πρόβλημα για τη διάγνωση της δυσαριθμησίας αποτελεί και η αλληλοεπικάλυψη των συμπτωμάτων με αυτά της μη λεκτικής μαθησιακής δυσκολίας ή της αναπηρίας του δεξιού ημισφαιρίου, της οποίας βασική σχολική δυσλειτουργία είναι η χαμηλή επίδοση στα μαθηματικά.  

Ένα χαρακτηριστικό που μπορεί να διακρίνει ένα παιδί με μαθησιακή δυσκολία στα μαθηματικά είναι η αντίσταση στην παρέμβαση παρά την εντατική άμεση διδασκαλία. Δυσκολίες για παράδειγμα στην ανάκληση των μαθηματικών στοιχείων ή των συνδυασμών αριθμών (5 · 4 ή 5+8), στην εκτίμηση και τη κρίση του μεγέθους, την ικανότητα ανίχνευσης λανθασμένων συμπερασμάτων, το μέτρημα και τη διάκριση των ποσοτήτων, όπως επίσης και η χρήση ανώριμων στρατηγικών (μέτρηση με τα δάχτυλα) και διαδικασιών (μέτρημα αντί της χρήσης αριθμητικών πράξεων), λάθη στο μέτρημα, η προβληματική τοποθέτηση αριθμών σε κάθετες στήλες (μονάδες κάτω από μονάδες κ.λ.π.) και τα λάθη μεταφοράς ή δανεισμού από στήλη σε στήλη για την εκτέλεση αριθμητικών πράξεων αποτελούν ενδείξεις που θα πρέπει να «υποψιάσουν» τον εκπαιδευτικό για  διάγνωση  δυσαριθμησίας.            

Η παρέμβαση για την αντιμετώπιση των ειδικών μαθησιακών δυσκολιών στα μαθηματικά εξαρτάται από το είδος των δυσκολιών και από τα πιθανά αίτια στα οποία οφείλονται. Αυτό σημαίνει ότι η όποια παρέμβαση πρέπει να έχει εξατομικευμένο χαρακτήρα και ότι δεν υπάρχουν εύκολα γενικευμένες πρακτικές, γι’ αυτό και είναι απαραίτητο κατά τη διάγνωση να έχουν προσδιοριστεί με σαφήνεια οι ελλείψεις και οι αδυναμίες του συγκεκριμένου μαθητή. Βασική πάντως αρχή στην υποστήριξη ενός παιδιού με μαθησιακές δυσκολίες στα μαθηματικά πρέπει να είναι η αναπαράσταση των βασικών μαθηματικών εννοιών και διαδικασιών πρώτα σε πραξιακό, έπειτα σε εικονιστικό και τέλος σε συμβολικό επίπεδο. Άλλωστε η εξοικείωση κάθε παιδιού με τις μαθηματικές έννοιες και τα σύμβολα πρέπει να γίνεται σταδιακά προχωρώντας από το πολύ συγκεκριμένο προς το αφηρημένο.  Η επιδίωξη πάλι της αποστήθισης κάποιων κανόνων απαραίτητων για την εκτέλεση μαθηματικών πράξεων ή την επίλυση προβλημάτων ή της προπαίδειας πρέπει να βασίζεται στην ουσιαστική κατανόηση τους, διαφορετικά, αν παραμείνουν σε μηχανιστικό επίπεδο, είναι λογικό να υπάρξουν σύντομα δυσκολίες στα μαθηματικά. Σημαντικό επίσης είναι να αφήνονται οι μαθητές να εκφράσουν με διάφορους τρόπους τις απαντήσεις τους στα ερωτήματα ή στα προβλήματα που τους τίθενται, αφού με τον τρόπο αυτό συνδυάζεται καλύτερα το διδακτικό ύφος με το μαθησιακό ύφος των παιδιών.  Θεωρείται δε επιβεβλημένη, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις των ειδικών μαθησιακών δυσκολιών, η ενεργητική συμμετοχή των μαθητών στη μαθησιακή διεργασία, ώστε να δώσουν προσωπικό νόημα σε ό,τι προσπαθούν να μάθουν, καθώς επίσης και η συνεχής ενίσχυση και ενθάρρυνση των παιδιών, αλλά και η δημιουργία θετικών στάσεων απέναντι  στο προς μάθηση διδακτικό αντικείμενο.

Στασινοπούλου  Τζωρτζίνα