Ποδόσφαιρο

Μπεστ-Μαραντόνα: Έζησαν δέκα ζωές και πέθαναν την ίδια μέρα

Αδέρφια εξ αγχιστείας (με μητέρα την ασπρόμαυρη θεά) ο Τζορτζ Μπεστ και ο Ντιέγκο Μαραντόνα έπαιξαν το τέλειο ποδόσφαιρο, νικήθηκαν από τα πάθη τους και πέθαναν την ίδια μέρα, με διαφορά μιας 15ετίας

Αδέρφια εξ αγχιστείας (με μητέρα την ασπρόμαυρη θεά) ο Τζορτζ Μπεστ και ο Ντιέγκο Μαραντόνα έπαιξαν το τέλειο ποδόσφαιρο, νικήθηκαν από τα πάθη τους και πέθαναν την ίδια μέρα, με διαφορά μιας 15ετίας.

Πέθαναν σαν σήμερα 25 Νοεμβρίου, με διαφορά 15 ετών. Ο ένας το 2005, ο άλλος το 2020 Ήταν σχεδόν στην ίδια ηλικία όταν αποχαιρέτησαν τον μάταιο τούτο κόσμο. Ο ένας 59, ο άλλος 60. Ήταν όμως και σα να’ χουν ζήσει δέκα ζωές, χαϊδεύοντας την μπάλα με τα πόδια τους, γεμίζοντας τα όνειρα εκατομμυρίων φιλάθλων που τους λάτρεψαν. Αντισυμβατικοί, μποέμ, παραδομένοι σε πάθη και ουσίες, με μεγαλύτερη, ωστόσο, “αδυναμία” τους μια ντρίπλα. Και άλλη μία, στο καπάκι. Ο ένας Βορειοιρλανδός, ο άλλος Αργεντίνος. Ο ένας ο Τζορτζ Μπεστ, ο άλλος ο Ντιέγκο Μαραντόνα. Πού ξέρετε, μπορεί να ήταν και αδέρφια, χωρίς να το ξέρουν…

Η σύμπτωση να αφήσουν την τελευταία τους πνοή την ίδια ημέρα, στην ίδια σχεδόν ηλικία τους ένωσε σε ένα μεταφυσικό δεσμό, που έτσι κι αλλιώς, ωστόσο, είχαν με την μπάλα στα πόδια. Αν δει κανείς τα παλιά νοσταλγικά βίντεο του Μπεστ με τη φανέλα της Μάνστεστερ Γιουνάιτεντ, δεν μπορεί παρά να θυμηθεί και τον απαράμιλλο Ντιέγκο στις δικές του τεράστιες στιγμές.

Μπορούσαν να ντριπλάρουν σε ελάχιστα τετραγωνικά, να σπάσουν τους αστραγάλους των αντιπάλων τους, να τους περάσουν και να τους ξαναπεράσουν, αλλά και να βάλουν τα πιο απίθανα γκολ με ατομικές ενέργειες που θα μπορούσε να συλλάβει ο ανθρώπινος νους.

Ορισμένα … ήταν και εκτός λογικής, όπως το περίφημο γκολ του αιώνα, με τον Μαραντόνα να ντριπλάρει σχεδόν ολόκληρη την Εθνική Αγγλίας, πριν πλασάρει τον Πίτερ Σίλτον και φύγει παραληρώντας για τους πανηγυρισμούς. Τέτοιες φάσεις έκανε σωρηδόν και ο γεννημένος στο Μπέλφαστ, Τζορτζ Μπεστ. Αν δεν το πιστεύετε δείτε το βίντεο που ακολουθεί, αφιερωμένο και στους δυο.

Όταν ο Μπεστ με το μεταμοσχευμένο σηκώτι του εκτός λειτουργίας, το νεφρό του κατεστραμμένο, από την αλόγιστη χρήση αλκόολ για δεκαετίες, πέθανε το 2005, ο Ντιέγκο Μαραντόνα παραδέχθηκε: “Με ενέπνευσε όταν ήμουν μικρός. Τον έβλεπα και τον θαύμαζα, πόσο λαμπερός έμοιαζε μέσα στο γήπεδο και πόσο μπορούσε να οδηγήσει τους συμπαίκτες του. Νομίζω ότι σαν παίκτες μοιάζαμε. Μας άρεσε να ντριπλάρουμε και να προσφέρουμε μαγικές στιγμές στον κόσμο. Καταλαβαίνω τι πέρασε με το πρόβλημα του αλκοόλ, γιατι κι εγώ είχα δύσκολες στιγμές με τα ναρκωτικά και λίγο έλειψε να πεθάνω”.

Ναι, δεν ήταν μόνο οι ντρίπλες και τα γκολ. Η αποθέωση στο Ολντ Τράφορντ, ή το Σαν Πάολο της Νάπολι. Οι τίτλοι, τα πρωταθλήματα και το Κύπελλο Πρωταθλητριών (του 1968) με τη Γιουνάιτεντ του Μπεστ, το Παγκόσμιο Κύπελλο με την Αργεντινή και το σκουντέντο με τη Νάπολι του Μαραντόνα. Δεν έμοιαζαν μόνο γιατί μπορούσαν να εκθέσουν τα αντίπαλα μπακ, να βγάλουν μια μαγική πάσα στους συμπαίκτες τους, να αφήσουν το κοινό με ανοιχτό το στόμα.

Ο ΠΕΜΠΤΟΣ ΜΠΙΤΛ

‘Ηταν και ο τρόπος ζωής τους, που τους έβαλε σε μια κοινή πορεία με διαφορά μιας 15ετίας. Αυτοκαταστροφικοί, αδύναμοι να αντισταθούν στον εθισμό τους, παραδόθηκαν και έγιναν έρμαια του αλκοολ και της κοκαΐνης. Ο Μπεστ ήταν ένα ντροπαλό 15χρονο παιδί, που πέρασε την πόρτα του Ολντ Τράφορντ (και ο Ματ Μπάσμπι ομολόγησε ότι βρήκε “μια ιδιοφυία του ποδοσφαίρου”), που σιγά-σιγά ζαλίστηκε από την αίγλη της Γιουνάιτεντ, τη δόξα που συνάντησε μόλις στα 20-22 του χρόνια (πρωταθλητής Ευρώπης και καλύτερος ποδοσφαιριστής στο νησί, αλλά και σε όλη τη Γηραιά Ήπειρο).

Ο Τζόρτζι, έγινε ο “πέμπτος Μπιτλ”, έχοντας δίπλα του ωραίες γυναίκες και πίνοντας τόνους μπύρας και ουίσκι, αλλά κατόρθωνε κάθε φορά να στέκεται στα πόδια του και να μαγεύει στο γήπεδο. Αργότερα, το 1984 όταν η βρετανική αστυνομία τον συνέλαβε γιατί οδηγούσε μεθυσμένος (και πέρασε τα Χριστούγεννα) δήλωνε με το παροιμιώδες χιούμορ του: “Είμαι πολύ καλά. Για την ακρίβεια νιώθω υπέροχα που είμαι ακόμη όρθιος”.

Κοιμόταν ελάχιστα, ζούσε στο κόκκινο και στην υπερβολή, είχε αδυναμία στις εστεμμένες κυρίες, εξ ου και μια ακόμη δηλητηριώδης ατάκα του: “Έχουν πει ότι κοιμήθηκα με εφτά μις κόσμος. Το διαψεύδω. Ήταν τέσσερις. Για τις υπόλοιπες τρεις δεν επιβεβαιώνω”. Ιδιοκτήτης νάιτ κλαμπ, οργάνωνε ξέφρενα πάρτι, ένα παιδί της έκρηξης που έφερνε στην συντηρητική Βρετανία η δεκαετία του 60, με τους Μπιτλς και τους Ρόλινγκ Στόουνς να ξεσηκώνουν μια ολόκληρη γενιά.

Το ατέλειωτο ποδοσφαιρικό ταλέντο του (ικανό να τον οδηγήσει να βάλει 6 γκολ σε ένα 8-2 των “μπέμπηδων” επί της Νορθάμπτον για το Κύπελλο Αγγλίας), τον κράτησε στη Γιουνάιτεντ μέχρι το 1974. Στα 28 του χρόνια, όμως, είχε γίνει αλκοολικός και η Μάντσεστερ δεν μπορούσε πλέον να τον στηρίζει άλλο. Η απουσία του από τις προπονήσεις οδήγησαν την αγγλική ομάδα να λύσει το συμβόλαιο του.

Ο Μπεστ έδειχνε να μη δίνει σημασία. Συνέχιζε να κάνει προβοκατόρικες δηλώσεις του στυλ “το 1969 έκοψα το ποτό και τις γυναίκες, ήταν τα χειρότερα 20 λεπτά της ζωής μου” ή “ξόδεψα το 90% των χρημάτων μου σε ποτά, κορίτσια και γρήγορα αυτοκίνητα. Τα υπόλοιπα τα σπατάλησα”.

Προσπαθούσε κατά καιρούς να κάνει αποτοξίνωση, χωρίς αποτέλεσμα. Στις περισσότερες φωτογραφίες τα μάτια του ήταν θολωμένα από το αλκοόλ, ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσε να βγάλει κάποια χρήματα παίζοντας μπάλα σε ολόκληρο τον πλανήτη. Στην Αμερική φάνηκε να ξαναβρίσκει τον εαυτό του, ωστόσο η πρώτη του δουλειά ήταν να ανοίξει … μπαρ με την ονομασία “Μπέστι”, που αργότερα έγινε Underground και το διαχειριζόταν μέχρι τα 90’s.

ΓΚΟΛ ΣΤΟ ΑΝΦΙΛΝΤ Ή ΕΝΑ ΒΡΑΔΥ ΜΕ ΤΗΝ ΜΙΣ ΚΟΣΜΟΣ

Κατά διαστήματα έπαιζε μπάλα, γυρνούσε σε μικρές ομάδες της Ιρλανδίας, της Σκωτίας και της Αγγλίας, επέστρεφε στις ΗΠΑ και ξανά τα ίδια. Τελικά, σταμάτησε στην Μπόρνμουθ σε ηλικία 37 ετών, έχοντας χορτάσει πάντως ποδόσφαιρο και όλα τα … παρελκόμενα. Η δήλωσή του, περί αυτού: “Αν μου έλεγαν να διαλέξω τι προτιμώ, ένα γκολ από τα σαράντα μέτρα στο Άνφιλντ αφού περάσω και πέντε παίκτες της Λίβερπουλ, ή ένα βράδυ με τη Μις Κόσμος, θα έλεγα ότι η απόφαση θα μου ήταν πολύ δύσκολη. Ευτυχώς έχω κάνει και τα δυο”.

Το μόνο που δεν έκανε ο Μπεστ -σε αντίθεση με τον Μαραντόνα- ήταν να διακριθεί μέσω της Εθνικής του Ομάδας. Η Βόρειος Ιρλανδία δεν ήταν ποτέ Αργεντινή και έτσι το αγόρι από το Μπέλφαστ, έγινε ο καλύτερος ποδοσφαιριστής του κόσμου που δεν έπαιξε σε Παγκόσμιο Κύπελλο (τη μικρή λίστα συμπληρώνουν ο Αλφρέδρο Ντι Στέφανο και ο Λάζλο Κουμπάλα που έμπλεξαν με τις πολλαπλές υπηκοότητες του και ο Ζορζ Γουεά, που εκπροσωπούσε την ταπεινή Γουινέα). Όταν τον κάλεσε (το 1982) για το Μουντιάλ της Ισπανίας ο Μπίλι Μπίνγκαμ, ήταν 36 ετών και αλκοολικός

Οι δυο γάμοι που έκανε, οι καταγγελίες για ενδοικογενειακή βία (άλλο ένα κοινό στοιχείο με τον Μαραντόνα) οι αμέτρητες εξωσυζυγικές του σχέσεις, συνόδευαν την καριέρα του και τη ζωή του μετά το ποδόσφαιρο. Το πρόλβημα με το αλκοόλ (από το οποίο είχε πεθάνει η μητέρα του) δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και το 2003 βρήκε ξεχασμένα κάπου στο σπίτι του τα αναμνηστικά από την διπλή του βράβευση το 1968 όταν αναδείχθηκε καλύτερος Ευρωπαίος και Βρετανός ποδοσφαιριστής. Τα έβγαλε σε δημοπρασία και πούλησε το ένα, έναντι 167.000 λιρών.

‘Ολα τα υπόλοιπα τρόπαια, λάβαρα, φανέλες, ακόμη και το μετάλλιο που πήρε το 1968 όταν κατέκτησε το Κύπελλο Πρωταθλητριών είχαν χαθεί (η κλαπεί) από το σπίτι του. Το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να βρίσκει αλκοολ. Δεν δίσταζε ακόμη και να κλέψει μια γυναίκα, που πηγαίνοντας στην τουαλέτα, άφησε την τσάντα της σε κοινή θέα!

Το σηκώτι του κατέρρευσε. Το 2002 αναγκάστηκε να υποβληθεί σε μεταμόσχευση ήπατος, ένα χρόνο αργότερα όμως φωτογραφιζόταν πάλι να πίνει. Στις 3 Οκτωβρίου 2005, έμπαινε στο νοσοκομείο καθώς είχε τεράστιο πρόλβημα στα νεφρά λόγω της απόρριψης του ηπατικού μοσχεύματος από τον οργανισμό του. Το τέλος πλέον ήταν πολύ κοντά και με δική του απόφαση, φωτογραφήθηκε στο κρεβάτι του, κατισχνος σχεδόν ετοιμοθάνατος. Η φωτο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “News of the Wolrd” με μια δήλωση, που προκαλούσε ανατριχίλα: “Μην πεθάνετε όπως εγώ” (Dont die like me)

Πέντε μέρες αργότερα (25/11) άφηνε την τελευταία του πνοή σκορπίζοντας θλίψη σε όσους τον αγάπησαν βλέποντας τον να οργιάζει μέσα στο γήπεδο. Εκατό χιλιάδες άνθρωποι ήταν στην διάρκειας της διαδρομής μέχρι το Στόνφορντ του Μπέλφαστ όπου είχε προγραμματιστεί η κηδεία του στις 3/12/2005. Την παρακολούθησαν 300 προσκεκλημένοι της οικογένειας του και 25.000 στον περιβάλλοντα χώρο.

Ολόκληρο το βρετανικό και όχι μόνο ποδόσφαιρο τον αποχαιρετούσε με συγκίνηση. Ο Ερικ Καντονά, έκανε ίσως την κορυφαία δήλωση: “Θα ήθελα να μου κλείσει μια θέση στην ομάδα του, στον ουρανό. Αυτός, όχι ο Θεός”. Τον Γάλλο που φόρεσε με την ίδια επιτυχία το νο 7 στη Γιουνάιτεντ (αν και ο Μπεστ κατά καιρούς έβαλε πίσω του και το 11 και το 8 και το 10) ο “Τζόρτζι” τον εκτιμούσε ιδιαίτερα: “Θα έδινα πίσω όλη την σαμπάνια που έχω πιει για να παίξω δίπλα στον Καντονά σε ένα μεγάλο ευρωπαϊκό παιχνίδι στο Ολντ Τράφορντ…”

ΠΟΤΕ ΠΕΡΑΣΕ ΕΝΑΣ ΧΡΟΝΟΣ;

Η είδηση έπεσε σαν κεραυνός, ακριβώς πέρσι, τέτοια μέρα. Πότε πέρασεένας χρόνος και ο Ντιέγκο Μαραντόνα δεν ζει ανάμεσά μας; Αν ο Μπεστ ήταν μια φιγούρα που θυμόμασταν πιτσιρικάδες (από τα περίφημα ματς που μετέδιδε η ΥΕΝΕΔ στα πλαίσια του Αθλητικού Απογεύματος, κάθε Σάββατο), ο Αργεντίνος, το χρυσό αγόρι, υπόγραψε τις κορυφαίες ποδοσφαιρικές αναμνήσεις.

Ελεεινός απατεώνας για να βάλει ξεδιάντροπα γκολ με το χέρι την μιά, σκόρερ του καλύτερου γκολ που έχει μπει ποτέ σε Μουντιάλ την άλλη. Θεός που βάζει το χέρι του, διάβολος που ντριπλάρει τους πάντες και τα πάντα. Ο ίδιος είχε περιγράψει το ποδοσφαιρικό του δόγμα ως εξής: “Το να φτάσεις στην αντίπαλη μικρή περιοχή και δεν μπαίνεις με την μπάλα στο τέρμα, είναι σα να χορεύεις με την αδερφή σου”. Το 1986, παίζοντας ακριβώς με αυτό τον τρόπο, πήρε την Εθνική Αργεντινής από το χέρι και την οδήγησε μέχρι τον θρίαμβο, σε ένα προσωπικό όσο και μοναδικό ρεσιτάλ στην ιστορία του Παγκοσμίου Κυπελλου.

Τέσσερα χρόνια αργότερα δίχαζε ολόκληρη την Ιταλία, όταν στον περίφημο ημιτελικό της Αργεντινής με την Σκουάντρα Ατζούρα, προέτρεπε τους … Ναπολιτάνους να τον υποστηρίξουν, θυμίζοντας πως τους συμπεριφερόταν το κατεστημένο από τον Βορρά. Η πρωτεύουσα του ιταλικού νότου που λάτρευε (στην κυριολεξία) σαν Θεό, λίγους μήνες πριν από το Μουντιάλ είχε γιορτάσει για μέρες το δεύτερο πρωτάθλημα Ιταλίας (το πρώτο ήταν το 1987) που χάριζε ο Ντιέγκο στους παρτενοπέι.

Ο Μαραντόνα νίκησε τους Ιταλούς, που δεν του συγχώρεσαν το διχαστικό του πνεύμα. Στον τελικό της Ρώμης, έλειπαν οι φίλοι του οι Ναπολιτάνοι και σύσσωμο τον Ολίμπικο, τον αποδοκίμαζε από την ανάκρουση του Εθνικού Ύμνου της Αργεντινής. Ο Ντιέγκο δεν χαρίστηκε, συλλαβίζοντας για να τον “διαβάσουν” άπαντες “puta madre”. Παρά τις φωνές και τις διαμαρτυρίες του, η Γερμανία με το πέναλτι του Μπρέμε πήρε τη ρεβάνς για το 86 και ο Μαραντόνα έφευγε δακρυσμένος.

Τέσσερα χρόνια αργότερα θα αποχωρούσε από το Μουντιάλ των ΗΠΑ (έχοντας βάλει μια γκολάρα στο ματς εναντίον της Ελλάδας) ντροπιασμένος και με το στίγμα της χρήσης απαγορευμένων ουσιών. Ο ίδιος μίλησε για σκευωρία, αλλά όλοι ήξεραν πόσο εθισμένος ήταν στην κοκαϊνη. Τη γνώρισε όταν στα 22 του μετακόμισε στη Βαρκελώνη για να παίξει στην Μπάρτσα και δοκίμασε για πρώτη φορά στη ζωή του.

ΑΓΚΑΛΙΑ ΜΕ ΤΗ ΜΑΦΙΑ

“Είναι σα να παίρνεις το πρωτάθλημα. Δεν σε νοιάζει το αύριο, γιατί είσαι ήδη πρωταθλητής” είχε πει κάποτε για το πως τον παρέσυρε η άσπρη σκόνη σε συστηματική χρήση. Με αυτούς τους δαίμονες πάλευε μια ολόκληρη ζωή, ο μεγαλύτερος ίσως ποδοσφαιριστής όλων των εποχών. Στη Νάπολι απέκτησε ισχυρούς φίλους. Την ίδια την καμόρα, καθώς η οικογένεια Τζουλιάνο τον διπλάρωσε από την πρώτη στιγμή.

Πάρτι με πόρνες, κοκαΐνη και ξενύχτια ως το πρωί, που … άρχιζε η προπόνηση, ήταν η καθημερινότητα του Μαραντόνα, που εκτός των άλλων είχε να αντιμετωπίσει και την καταγγελία της Κριστιάνα Σινάγκρα, ότι είχε μαζί του ένα εξώγαμο παιδί. Αρνήθηκε επίμονα ότι είχε σχέσεις μαζί της, αρνήθηκε να υποβληθεί σε τεστ πατρότητας μέσω DNA και τον Ντιέγκο τζούνιορ τον αναγνώρισε πολλά χρόνια αργότερα (και τον συνάντησε για πρώτη φορά το 2003).

Λέγεται ότι ένα ακόμη εξώγαμο παιδί του Ντιέγκο ζει στην Κούβα. Ο ίδιος συνήθιζε να λέει ότι “τα νόμιμα παιδιά μου είναι η Ντάλμα και η Τζανίνα (σ.σ κόρες του από τον γάμο με τον εφηβικό του έρωτα και σύζυγο του για 15 χρόνια, Κλαούντια Βιγιαφάνε). Τα υπόλοιπα είναι προϊόντα των χρημάτων και των λαθών μου”.

Ο Μαραντόνα, όπως και ο Μπεστ, δεν έκρυψε το πρόβλημα του: “Ήθελα να ζήσω τη ζωή μου, όπως ήθελα εγώ. Ποτέ δεν ήμουν το παράδειγμα” δήλωνε ο αιώνιος επαναστάτης που από τα χαμόσπιτα και τα χωματένια γήπεδα της γεννέτειράς του (Βίγια Φιορίτο) βρέθηκε στην κορυφή, με μοναδικό αντίπαλο τον ίδιο του τον εαυτό. Προσπάθησε πολλές φορές να ξεφύγει. Για να τα καταφέρει έφτασε μέχρι την Κούβα του φίλου του Φιντέλ Κάστρο. Παρεμπιπτόντως και ο θρυλικός κομαντάντε, μια τέτοια μέρα (25/11) του 2016 έκλεισε οριστικά τα μάτια του.

Η ΜΠΑΛΑ ΚΛΑΙΕΙ

Τα προβλήματα υγείας δεν έλειψαν ποτέ. Πήρε κιλά, έπαθε ηπατική ανεπάρκεια, κόντεψε να πεθάνει (δυο-τρεις φορές). Σαν τον Τζορτζ Μπεστ, έφυγε από τη Νάπολι ντροπιασμένος, τιμωρημένος για χρήση κοκαΐνης. Προσπάθησε να επανέλθει, δεν τα κατάφερε παρά την υπερπροσπάθεια που έκανε το 1994, να ξαναπαίξει στην Εθνική ομάδα.

Οι ξέφρενες νύχτες, η κοκαΐνη και το αλκοολ άφησαν το αποτύπωμα στο κορμί και κυρίως στα ζωτικά του όργανα. Φαινόταν να έχει βρει την ηρεμία του (αν και η σύντροφος του Ρόσιο Ολίβα, τον κατηγόρησε για σωματική κακοποίηση). Πέρσι τον Νοέμβριο οι γιατροί διαπίστωσαν κίνδυνο θρόμβωσης στον εγκέφαλο και πρότειναν μια επείγουσα χειρουργική επέμβαση.

Οι πρώτες ειδήσεις ανέφεραν ότι όλα είχαν πάει καλά και ο Ντιέγκο έφευγε από το νοσοκομείο για να επιστρέψει στο σπίτι του. Και ξαφνικά στις 25 Νοεμβρίου ο κόσμος βιώνει ένα σοκ. Η κατάσταση του χειροτερεύει εντός της οικίας του, οι γιατροί που σπεύδουν για να βοηθήσουν, δίνουν μάχη αλλά στο τέλος ο Ντιεγκίτο παθαίνει καρδιακή ανακοπή. Είναι μόλις 60 ετών. Το άγγελμα του θανάτου του, έρχεται μέσω της ηλεκτρονικής έκδοσης της εφημερίδας Clarin και το παγκόσμιο ποδόσφαιρο πέφτει σε κατάθλιψη.

Η κηδεία του δυο μέρες αργότερα, βγάζει 1.000.000 ανθρώπους στους δρόμους του Μπουένος Άιρες για το ύστατο χαίρε στον τελευταίο βασιλιά της ασπρόμαυρης μπάλας, που κάποιοι την είδαν στα σοκάκια της αργεντίνικης πρωτεύουσας να πλαντάζει στο κλάμα.

Ο Κάλουμ Μπεστ, ο 40χρονος γιος του μεγάλου Τζορτζ Μπεστ, ο οποίος ζει μόνιμα στις ΗΠΑ, μαθαίνοντας τον θάνατο του Ντιέγκο την μέρα που είχε πεθάνει ο πατέρας του πριν από 15 χρόνια, τουιτάρει: “Θλιβερή μέρα! Τι προσωπικότητα, πόσο μεγάλη απώλεια. Τι ομάδα θα φτιάξουν εκεί πάνω”.

Πηγή: news247.gr

Όλη η επικαιρότητα