Σαν Σήμερα

Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης – Η ποίηση στο ποδόσφαιρο

Το ποδόσφαιρο, έχει εμπνεύσει πολλούς καλλιτέχνες απ’ όλο το φάσμα των τεχνών. Είναι γνωστοί πολλοί τίτλοι ελληνικής και ξένης βιβλιογραφίας. Οι κινηματογραφικές αίθουσες έχουν φιλοξενήσει εκατοντάδες ταινίες με το δημοφιλέστερο των αθλημάτων. Σε πολλές γκαλερί έχουν εκτεθεί έργα επώνυμων ζωγράφων. Πάμπολλοι  στίχοι μελοποιήθηκαν και έγιναν επιτυχημένα τραγούδια. Αλλά και ποιητές που έγραψαν ποιήματα και ύμνησαν την ειρήνη, την ελευθερία, την ξενιτιά, το μόχθο της εργασίας, τον έρωτα, τη φιλία, εμπνεύστηκαν από το ποδόσφαιρο και έγραψαν γι αυτό το άθλημα.

Στο σημερινό πόνημά μας θα ασχοληθούμε με την ποίηση στο ποδόσφαιρο. Ο μύθος, ή ένταση, το πάθος, το παιχνίδι, η ατμόσφαιρα μέσα και έξω από το γήπεδο εμπνέει. Το γήπεδο για πολλούς καλλιτέχνες είναι ένας χώρος ιερός, όπου καθαγιάζεται μία μεταφορική μάχη που διαθέτει ποικίλες προεκτάσεις και μια εντελώς διαφορετική αισθητική.

Ο  ποιητής, δεν επικεντρώνεται μόνο στην μπάλα, αλλά σε ολόκληρη χωροταξία ενός αγώνα, η οποία απλώνεται στην εξέδρα, στον πάγκο. Ο χώρος του ποδοσφαίρου είναι ένας εντελώς ιδιαίτερος μικρόκοσμος και αυτό ερεθίζει το μυαλό του ποιητή. Ο  μικρόκοσμος της κοινωνίας κάθε χώρας, που κινείται γύρω από μία θεσμικά οργανωμένη σύγκρουση, το ματς, βάζει τον λογοτέχνη να γράψει με ρυθμό και αρμονία, με σκοπό να παρορμήσει τις ψυχές των αναγνωστών, των ακροατών, των φιλάθλων.

Αλληγορίες – μεταφορικές εκφράσεις- που κρύβουν νοήματα διαφορετικά από κείνα που φανερώνουν οι λέξεις και οι προτάσεις, προσωποποιήσεις που αποδίδονται ανθρώπινες ιδιότητες σε  άψυχα, υπερβολές, στίχοι λατρείας, έχουν την τιμητική τους.

«…Παίζει ποδόσφαιρο

Με μαεστρία και φινέτσα

Μα ριψοκίνδυνα μαζί

Σαν ακροβάτης

Παίζει ποδόσφαιρο, θαρρείς

Σα να μετριέται με το Χάρο» γράφει ο Θωμάς Κοροβίνης

(Τρία ζεϊμπέκικα και ένα ποίημα για τον Γιώργο Κούδα 2004).

Ο Σπύρος Βούγιας στην ποιητική του συλλογή ποίηση και ποδόσφαιρο (1986) αναφέρει:

«Συρτά στο έδαφος

Η μπάλα χάραξε το χορτάρι

Με τα νύχια της εκείνο το βράδυ

Σημάδεψε το κορμί μου

Και χτυπώντας με θόρυβο στο γκολπόστ

Γύρισε πίσω

Μα ο επερχόμενος με ταχύτητα χρόνος

Την έστειλε-επί τέλους- στα δίχτυα.»

Ο Αντώνης Φωστιέρης στο ποίημα της συλλογής του «Η σκέψη ανήκει στο πένθος» (1996) γράφει για τη θύρα 7 του Καραϊσκάκη.

«Γιατί δεν έχει ο χρόνος διαφυγές;

Τι γήπεδο για κάφρους είναι αυτό που όλοι φρακάρουνε

Σε μια πορτούλα προς το μέλλον; Η έξοδος

Κατάσπαρτη απ’ τα πτώματα των ποδοπατημένων.

Θύρα Εφτά….»

Ο Ασημένιος Πανσέληνος χλευάζει:

«Είκοσι δύο λεβέντες και μια μπάλα

τις ώρες της δουλειάς και της σχολής μας

με ιδανικά της γέμισαν μεγάλα

να φτιάξουν, λέει, το μέλλον της φυλής μας.

πόδια στραβά, στραβά μυαλά και χέρια,

κωλοπηδούν να πιάσουνε τα αστέρια.

           

Ορμούν, χτυπούν και κουτουλούν σα βόδια,

να βρουν το νόημα της ζωής στην πάλη

όλο τους το μυαλό πήγε στα πόδια

και λες κλωστάν πια τ’ άδειο τους κεφάλι

και ζουν κι αυτοί κι ο λαός μια καταδίκη

ανάμεσα στην ήττα και στη νίκη.

            

Νοικοκυραίοι φτωχοί μαγαζατόροι

Κινούν νωρίς τ’ απόγευμα σα λύκοι

Της ζωής οι νικημένοι με το ζόρι

ης νίκης ν’ απολάψουν τ’ αλκολίκι

και κλειουν σ’ ενός μαντράχαλου τα σκέλια

του κόσμου την αρχή και την συντέλεια…»

Με χιούμορ ο Γιώργης Μανουσάκης στο ποίημα «Η αποθέωση του ποδοσφαιριστή»  κινείται θετικά ως προς το άθλημα:

«Κυκλωμένος από χιλιάδες ανάσες

σήκωσε το πόδι ο ημίθεος.

Η μπάλα, υπάκουος δέκτης

της αλύγιστης θέλησής του,

έγραψε την απόλυτη ευθεία

απ’ τον ταρσό ως τα δίκτυα…»

Εκστασιασμένος ο Μάνος Χατζιδάκις στο «Αιώνιο Πάθος» μπαλλάντα για τον Μπεστ

«Εκμηδενίστηκε η ορμή μου

Έγινε χιόνι το κορμί μου

Από μια εικόνα κρεμαστή

Χρωματιστή

Από ‘να ποδοσφαιριστή

Που σφυροκόπαε η βροχή

Θεέ μου με τι ψυχή

Γινόταν ο ίδιος πάθος

Εικόνα και βροχή

Μες στην τηλεοπτική μου

Συσκευή.

Ο Μπεστ υπήρξεν ο…

υπήρξεν ο… καλύτερος!… »

Γιάννης Ρίτσος (Γειτονιές του κόσμου 1957)

Ο ποιητής της Ρωμιοσύνης, ασχολήθηκε και με το ποδόσφαιρο. Ο επιβλητικός, αρχοντικός, πάντοτε περιποιημένος, ποιητής λάτρεψε το ποδόσφαιρο.

Δεν έχανε ποτέ ματς αγγλικού ποδοσφαίρου από την τηλεόραση ενώ υπήρξε ποδοσφαιριστής του «Άτλαντα», στα Θυμαράκια, στη γειτονιά του Αγίου Νικολάου στην Αθήνα.

Στο αριστούργημά του «Γειτονιές του κόσμου», όσα γράφει για τον Παυλή που σκοτώθηκε τον Δεκέμβρη του ’44 πολεμώντας τους Άγγλους, σηματοδοτούν τη λαϊκότητα του ποδοσφαίρου. Ο Ρίτσος ουσιαστικά επιστρατεύει την ευγενέστερη μορφή του ποδοσφαίρου, την αθωότητα ενός παιδιού που παίζει μπάλα. Μέσα από αυτή την εικόνα, ο μεγάλος ποιητής περιγράψει την τραγωδία και το μεγαλείο του λαού ενάντια στην εισβολή των Άγγλων στην Αθήνα, το Δεκέμβρη του 1944.

«Τον είδες, Τζον, τον Παυλή; Δεν μπορεί θα τον είδες.
Μα κι αν δεν άκουσες κείνο το “ζήτω”
κι αν δεν πρόσεξες τη φλόγα των ματιών του,
θα το ‘νιωσες, δεν μπορεί να μην το ‘νιωσες
-καθώς περνούσαν οι ερπύστριες απάνω απ’ τον Παυλή-
θα το ‘νιωσες.
Κι έτσι σα να ‘δα που αναπήδησε το τανκ σου Τζον.
Ξέρεις για ποιον Παυλή σου λέω,
για κείνο το παιδί – θυμάσαι?
Για τον Παυλή σου λέω -Τι θόρυβος-
για κείνο το παιδί που πούλησε τα παπούτσια του
όταν οι Γερμανοί σκότωσαν τον Γιωργάκη.
Για κείνο το παιδί σου λέω που αγόρασε τη μπάλα,
τι θόρυβο που κάνουν Τζο τα κανόνια σας – πού να τ’ ακούσεις!
Για κείνο το παιδί
που ανήκε στην ποδοσφαιρική ομάδα του Γιωργάκη.
Κι εσείς, Τζον, δεν αγαπάτε το φουτ μπώλ?
Όμορφα παίζετε – το ‘δαμε κάποιο βράδυ στον κινηματόγραφο
μασουλώντας στραγάλια και πασατέμπο
και φωνάζοντας “ζήτω”, Τζον, για την ομάδα σας.
Γιατί η ομάδα σας -η Άρσεναλ- έπαιζε Τζον πολύ όμορφα
κι εμείς αγαπάμε τα όμορφα Τζον, κι εκτιμάμε το δίκιο
κι εμείς χειροκροτάμε το καλό – όποιο να ‘ναι
και δεν μπορούμε να μην πούμε την αλήθεια -το σωστό σωστό-
η Άρσεναλ έπαιζε πολύ όμορφα.
Θ’ αγαπάς, Τζον, κι εσύ το ποδόσφαιρο
κι ο Παυλής έπαιζε όμορφα -μ’ όλο που ήταν ξυπόλυτος-
Είχε γερά ποδάρια – λίγο στραβά είναι αλήθεια, απ’ το ποδόσφαιρο,
πολύ γερά ποδάρια και πλεμόνια κι εξυπνάδα
και γερά κόκαλα, Τζο, δεν μπορεί, θα το ‘νιωσες!
Όμορφα που ‘παιζε ο Παυλής – ονειρευόμασταν δικοί και ξένοι
όταν τον βλέπαμε τ’ απόγιομα να παίζει 
στο γήπεδο της γειτονιάς
με τις αγριομολόχες
ονειρεύομασταν πως μεθαύριο θα γίνει
ο αρχηγός του κόκκινου ποδοσφαίρου 
της Λαϊκής μας Δημοκρατίας!
Γιατί ο Παυλής -αν και ξυπόλυτος- έπαιζε Τζο σ’ όλες τις θέσεις
τόσο που παραξενευτήκαμε, Τζον, που δεν τα κατάφερε
στο τελευταίο παιχνίδι του να δώσει μια κλωτσιά 
από κείνες τις γνωστές του
και να τινάξει, Τζον, το τανκ σου ως το Λονδίνο
ώσμε την κούτρα, Τζον, του κ. Τσώρτσιλ σας.
Μα ήταν, βλέπεις, ξυπόλυτος. Τι να σου κάνει;
Σου μιλάω για τον Παυλή πού ‘χε πουλήσει τα παπούτσια του –
δεν αξιώθηκε από τότε, Τζον, 
να ξαναβάλει παπούτσι στα ποδάρια του
κι έτσι ξυπόλυτος σκοτώθηκε ο Παυλής το Δεκέμβρη (…)».

Γιώργος Σεφέρης (Τετράδιο γυμνασμάτων Β’ 1976)

«Τον καιρό που συναντηθήκαμε

Έλεγες το κυνήγι της αγριόχηνας

Στο Δεσποτάτο των ερμαφροδίτων

Εκεί το γήπεδο του ποδοσφαίρου

Είχε γνωρίζει την αδιάντροπη σφαγή.

Γύριζα από ένα καλλίμαρμαρο στάδιο

Όπου ο θεληματικός μαραθωνοδρόμος λαβωμένος

Έβλεπε τη σφενδόμνη ν’ αρμενίζει στο αίμα.»

«Στρογγυλή Θεά»

Αν και δεν είναι σίγουρο ποιος είναι ο συγγραφέας -ψάχνοντας στο διαδίκτυο αρκετοί το αναφέρουν ως πόνημα του Κίκε Γουλφ, παλιού διεθνή αμυντικού της Ράσινγκ, της Ρίβερ και της Ρεάλ και μετέπειτα δημοσιογράφου, αλλά οι περισσότεροι λένε ότι το έχει γράψει ο πολύ καλός δημοσιογράφος Βάλτερ Σααβέδρα και απλά το απαγγέλει ο Κίκε- το βέβαιο είναι, ότι το παρακάτω ποίημα, μας έρχεται από την Αργεντινή. Μια χώρα που το ποδόσφαιρο το έχει στο αίμα της και στην καρδιά της.

«Πώς να ξέρεις τι είναι πόνος, αν ποτέ δεν σου έσπασε ένας αμυντικός την κνήμη και την περόνη και δεν ήσουν σε ένα τείχος όταν η μπάλα σε βρήκε ακριβώς εκεί;

Πώς να ξέρεις τι είναι ευχαρίστηση, αν δεν έκανες το γύρο του θριάμβου εκτός έδρας; Πώς να ξέρεις τι είναι η στοργή, αν δεν την θώπευσες με φάλτσο, για να την βάλεις με το εξωτερικό και να την αφήσεις λαχανιασμένη στα δίχτυα; Άκουσέ με ! Πώς να ξέρεις τι είναι αλληλεγγύη, αν δεν έχεις βγει μπροστά για έναν συμπαίκτη σου που τον χτύπησαν από πίσω;

Πώς να ξέρεις τι είναι εξευτελισμός, αν δεν σου έχουν περάσει την μπάλα κάτω από τα πόδια;

Πώς να ξέρεις τι είναι να πεθαίνεις λίγο, αν ποτέ δεν πήγες να μαζέψεις την μπάλα από την εστία σου;

Πες μου γέρο, πώς να ξέρεις τι είναι μοναξιά, αν δεν έχεις βρεθεί κάτω από τα τρία δοκάρια, στα 12 βήματα από κάποιον που θέλει να σουτάρει και να τελειώσει τις ελπίδες σου;

Πώς να ξέρεις τι είναι λάσπη, αν δεν έκανες ποτέ ένα τάκλιν στα πόδια του αντιπάλου για να βγάλεις την μπάλα πλάγιο;

Πώς να ξέρεις τι είναι εγωισμός, αν ποτέ δεν έκανες ακόμα μία, ενώ το 9αρι περίμενε μόνο του την μπάλα;

Πώς να ξέρεις τι είναι μουσική, αν δεν έχεις τραγουδήσει ποτέ μπροστά στο πέταλο;

Πώς να ξέρεις τι είναι η αδικία, αν δεν σου έχει βγάλει μια κόκκινη ένας διαιτητής που παίζει έδρα;

Πες μου, πώς να ξέρεις τι είναι η αϋπνία αν ποτέ δεν έχεις υποβιβαστεί;

Πώς, πώς να ξέρεις τι είναι μίσος, αν ποτέ δεν έχεις βάλει ένα αυτογκόλ;

Πώς να ξέρεις τι είναι να κλαις, αν ποτέ, αν ποτέ δεν έχεις χάσει έναν τελικό Μουντιάλ με ένα αμφισβητούμενο πέναλτι;

Πώς να ξέρεις αγαπημένε φίλε, πώς να ξέρεις πώς είναι η ζωή, αν δεν έχεις παίξει ποτέ ποδόσφαιρο;»

Όλη η επικαιρότητα