Παιδιά με προκλητική συμπεριφορά

paidia_me_proklitiki_symperifora.jpg

Η νηπιακή ηλικία είναι περίοδος ραγδαίων αλλαγών σε όλους τους τομείς της ανάπτυξης ενός παιδιού, με αποτέλεσμα την εμφάνιση πολλών νέων μορφών συμπεριφοράς. Το ανήμπορο και εξαρτημένο βρέφος πολύ γρήγορα μετατρέπεται σε ενεργητικό και δραστήριο νήπιο, το οποίο εφοδιασμένο με συνεχώς νέες προσλαμβάνουσες  σε γνωστικό, κοινωνικό και γλωσσικό επίπεδο, προσπαθεί να ελέγξει το περιβάλλον του και να επιβάλλει τη θέλησή του. Η προσπάθεια των γονιών να ελέγξουν αυτές τις νέες μορφές συμπεριφοράς και να οριοθετήσουν την αυξανόμενη τάση για ανεξαρτητοποίηση του νηπίου καταλήγει πολλές φορές σε συγκρούσεις. Συγκρούσεις που από τη μεριά του νηπίου εκδηλώνονται με πείσμα, ανυπακοή, αρνητισμό και αντιδραστική συμπεριφορά ενώ από τη μεριά των γονιών με παρατηρήσεις, απαγορεύσεις, φωνές και τιμωρίες. Στη φάση αυτή ο τρόπος που οι γονείς θα αντιμετωπίσουν την αντιδραστική συμπεριφορά του νηπίου  έχει εξαιρετική σημασία για την ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη και την κοινωνική προσαρμογή του παιδιού τους. Γιατί αυτές ακριβώς οι αλληλεπιδράσεις θα καθορίσουν αν η αντιδραστική συμπεριφορά θα υποχωρήσει δίνοντας τη θέση της σε πιο αποτελεσματικές και υγιείς  συμπεριφορές ή θα  παγιωθεί και θα συνεχιστεί και στις επόμενες ηλικίες. Οι γονείς που χρησιμοποιούν πιο έντονους τρόπους έκφρασης και επιβολής της γνώμης τους μπορεί να προκαλέσουν την ανάπτυξη χρόνιων διαφωνιών με τα παιδιά τους και αυτό το πρότυπο να επαναλαμβάνεται στη συνέχεια και με άλλα άτομα εξουσίας (π.χ. δάσκαλος, διευθυντής κ.λ.π.). Πολλοί ψυχολόγοι θεωρούν ότι η εναντιωματικότητα είναι μια ενισχυμένη συμπεριφορά μέσω της οποίας το παιδί ασκεί έλεγχο προς τα άτομα εξουσίας (π.χ. οι γονείς ζητούν από το παιδί μια ανεπιθύμητη γι’ αυτό πράξη κι εκείνο με μια έκρηξη θυμού τους αναγκάζει να υποχωρήσουν).  Έχει διαπιστωθεί ότι οι γονείς των παιδιών με αυτή τη συμπεριφορά τιμωρούν τα παιδιά τους πιο συχνά και πιο αυστηρά από άλλους γονείς ή χρησιμοποιούν συχνά απειλητικό ύφος και δίνουν περισσότερες εντολές και οδηγίες, χωρίς να αφήνουν στα παιδιά και τον απαραίτητο χρόνο για να συμμορφωθούν με αυτές.  Μάλιστα οι εντολές αυτές είναι συνήθως ασαφείς και δε δίνουν στο παιδί την ευκαιρία και τη δυνατότητα να τις ακολουθήσει, σε αντίθεση δηλαδή με τις σαφείς, ξεκάθαρες και σύντομες εντολές που θα  διευκολύνουν το παιδί να είναι υπάκουο. Τελικά φαίνεται πως η αναζήτηση της αιτιολογίας για την προκλητική ή εναντιωτική συμπεριφορά  επικεντρώνεται κυρίως στην ποιότητα της αλληλεπίδρασης του παιδιού με τα άτομα του οικείου του περιβάλλοντος.

Ως εκ τούτου η κύρια θεραπεία αφορά την παρέμβαση στο οικογενειακό περιβάλλον με άμεση εκπαίδευση των γονέων στον τρόπο χειρισμού των ικανοτήτων του παιδιού και προσεκτική εκτίμηση των σχέσεων στην οικογένεια. Η συγκρουσιακή σχέση γονιού – παιδιού προδιαθέτει για προβλήματα διαγωγής, αφού τα πρότυπα σκληρής σωματικής και λεκτικής τιμωρίας προκαλούν την εμφάνιση επιθετικότητας στα παιδιά. Επομένως η παρέμβαση στην οικογένεια στοχεύει στην τροποποίηση αυτών των γονεϊκών συμπεριφορών με την ενίσχυση των θετικών οικογενειακών στάσεων μέσα κυρίως από την επιβράβευση της κατάλληλης συμπεριφοράς και την αδιαφορία της ανεπιθύμητης.

Στο σχολείο ο δάσκαλος προκειμένου να διαχειριστεί το παιδί με  προκλητική συμπεριφορά θα πρέπει να το επαινεί όποτε κάνει καλό και να του υπενθυμίζει τα θετικά στοιχεία του χαρακτήρα του, να επιβραβεύει την κοινωνικά αποδεκτή συμπεριφορά, να βρίσκει χρόνο να μιλάει με το παιδί για τα προβλήματά του, να διαμορφώνει ευκαιρίες ώστε αυτό να συναναστρέφεται με τα παιδιά που το αποδέχονται, να έχει συχνή επικοινωνία με τους γονείς για την πρόοδο, τη συμπεριφορά και τις ιδιαίτερες επιτυχίες του, να του προσφέρει τη βοήθειά του ακόμη και αν δεν του τη ζητάει, όποτε το παιδί εναντιώνεται ή αρνείται τις οδηγίες του, να το έχει κοντά στην έδρα έχοντας συχνή βλεμματική επαφή μαζί του, να μην έρχεται σε αντιπαράθεση με το παιδί όταν τον προκαλεί με την ενοχλητική συμπεριφορά του και αν δεν ηρεμεί να του επιτρέπει να πάει μια βόλτα για λίγα λεπτά.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η προσωπικότητα του κάθε παιδιού διαμορφώνεται από την αλληλεπίδραση των προσωπικών του χαρακτηριστικών με το περιβάλλον. Το πώς θα αντιμετωπισθεί από τους ανθρώπους του περιβάλλοντός του θα καθορίσει το πώς το παιδί βλέπει τον εαυτό του και τον κόσμο γύρω του. Η ικανότητά του να εκφράζει τη γνώμη του και να διαφωνεί με αυτή των άλλων είναι σημαντική για τη φυσιολογική του ανάπτυξη, αφού αποτελεί πορεία προς την αυτονομία, τη δημιουργία της ταυτότητας εαυτού και τη διαμόρφωση εσωτερικών κανόνων και  ελέγχου. Έτσι ο ρόλος των γονιών, των δασκάλων (των σημαντικών «άλλων»), αλλά και του ευρύτερου περιβάλλοντος, είναι καθοριστικός για τη διαδικασία της  ομαλής αναπτυξιακής πορείας που καλείται το παιδί να διανύσει.

Στασινοπούλου Τζωρτζίνα