Παιδιά με ΔΕΠ-Υ στο σχολικό περιβάλλον

diatarahi_elleimmatikis_prosohis_-_yperkinitikotita.jpg

Η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής – Υπερκινητικότητα, γνωστή και ως ΔΕΠ-Υ, είναι μια από τις πιο γνωστές  ψυχοπαθολογικές διαταραχές που πρωτοεμφανίζονται στην παιδική ηλικία  με συχνότητα που ανέρχεται στο 5 – 10℅ του παιδικού πληθυσμού με βάση τα διαγνωστικά κριτήρια της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρίας. Τα κυριότερα χαρακτηριστικά της είναι η ελλειμματική προσοχή, η παρορμητική συμπεριφορά και η υπερκινητικότητα. Ένας μαθητής με ΔΕΠ-Υ θέλει στην πραγματικότητα να προσαρμοστεί στο σχολικό περιβάλλον και να ακολουθήσει το σχολικό πρόγραμμα όμως δεν μπορεί. Η διαδικασία της διάγνωσης απαιτεί τη χρήση πολλαπλών διαγνωστικών μεθόδων με πληροφορίες που αξιοποιεί  ο ειδικός μέσα κυρίως από συνεντεύξεις με τους γονείς, το ίδιο το παιδί και τους δασκάλους του. Ερευνητικές μαρτυρίες δείχνουν ότι η σχολική συμπεριφορά των παιδιών με ΔΕΠ-Υ μπορεί να βελτιωθεί με την εφαρμογή κατάλληλων προγραμμάτων και στρατηγικών παρέμβασης από τον εκπαιδευτικό της τάξης. Ωστόσο οι εκπαιδευτικοί της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης είναι πολλές φορές οι πρώτοι που παρατηρούν τα συμπτώματα της ΔΕΠ-Υ σε ένα παιδί, αφού η συμπτωματολογία της εκδηλώνεται εντονότερα στο χώρο του σχολείου. Το  παιδί στο σχολείο είναι αναγκασμένο να ακολουθήσει την εκπαιδευτική διαδικασία. Αυτό σημαίνει πρόγραμμα, συγκεκριμένο ωράριο, παραμονή στη σχολική αίθουσα, κάθισμα στο θρανίο, τήρηση κανόνων συμπεριφοράς, συγκέντρωση προσοχής και τόσα άλλα που εμπλέκονται στη διαδικασία της μάθησης. Όλα τούτα όμως με τη σειρά τους έρχονται σε αντίθεση με την ιδιοσυγκρασία και τις συμπεριφορές ενός παιδιού με ΔΕΠ-Υ.  Ένα τέτοιο παιδί δυσκολεύεται να συγκεντρωθεί,   οι γλωσσικές και γνωστικές του αδυναμίες το καθιστούν ευάλωτο στις σχολικές εργασίες, οι οποίες μάλιστα απαιτούν αυξημένο γνωστικό φορτίο, ενώ η συναισθηματική του συμπεριφορά μεταβάλλεται συνεχώς παρουσιάζοντας αστάθεια και διαταραχές κοινωνικής συμπεριφοράς.

Ο δάσκαλος της τάξης, που θα έχει στα χέρια του μαθητή με ΔΕΠ-Υ,  θα κληθεί τις περισσότερες φορές να ανακαλύψει μόνος του τα συμπτώματα της διαταραχής. Οι γονείς συνήθως ή δεν έχουν ανακαλύψει ακόμη ότι «κάτι συμβαίνει» με το παιδί τους ή πολύ συχνά το αποκρύβουν φοβούμενοι μήπως το παιδί τους αποκτήσει την «ταμπέλα» του παιδιού με ιδιαιτερότητες.  Από την άλλη ο δάσκαλος της τάξης θα είναι υποχρεωμένος να  ακολουθήσει κάποιες συγκεκριμένες ψυχοεκπαιδευτικές στρατηγικές παρέμβασης,  ώστε να έχει αποτέλεσμα το εκπαιδευτικό του έργο. Το «ένα σχολείο για όλους» όμως προϋποθέτει από τη μεριά των εκπαιδευτικών γνώσεις και συμπεριφορές που πολλές φορές ακουμπούν το φάσμα της Ειδικής Αγωγής, αφού είναι σίγουρο ότι θα χρειαστεί να αντιμετωπίσουν στην τάξη τους και παιδιά με ειδικές ανάγκες, όπως αυτά με ΔΕΠ-Υ.  Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να διαθέτουν το επιστημονικό υπόβαθρο από τη μια, αλλά και την οξυδέρκεια, την ευαισθητοποίηση και την παρατηρητικότητα από την άλλη που θα τους βοηθήσουν να «οσμιστούν» τυχόν προβλήματα. Σε ένα δεύτερο στάδιο ο δάσκαλος της τάξης θα είναι υποχρεούμενος να επιχειρήσει να καλύψει τις μαθησιακές ελλείψεις και να αναπτύξει τις δεξιότητες και ικανότητες του μαθητή του που είναι απαραίτητες στη μαθησιακή διεργασία. Έτσι θα πρέπει να χρησιμοποιήσει συγκεκριμένες παρεμβατικές τεχνικές που θα επιφέρουν τα επιθυμητά θετικά αποτελέσματα.

Με την είσοδο των παιδιών στο σχολείο πολλά παιδιά  με Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής – Υπερκινητικότητα (ΔΕΠ-Υ) εμφανίζουν νέα συμπτώματα που σχετίζονται με τις σχολικές διεργασίες. Έτσι οι δυσκολίες αυτών των παιδιών αυξάνονται σταδιακά καθώς στα ήδη υπάρχοντα προβλήματα προστίθενται και αυτά που  αφορούν μαθησιακές δυσκολίες, αλλά και τα παράπονα δασκάλων και συμμαθητών για τη συμπεριφορά τους μέσα και έξω από την τάξη. Οι δάσκαλοι συχνά αναφέρουν ότι τα παιδιά αυτά πολλές φορές ονειροπολούν κατά τη διάρκεια του μαθήματος και είναι αφηρημένα ή ότι δυσκολεύονται να παραμείνουν καθιστά για αρκετή ώρα στο θρανίο ή ότι σηκώνονται από τη θέση τους και κάνουν βόλτες ενοχλώντας τους συμμαθητές τους ή ότι κάνουν θόρυβο και άσκοπες κινήσεις στην καρέκλα τους.  Το αποτέλεσμα είναι να εισπράττουν αρνητική ενίσχυση από το δάσκαλο, ο οποίος τελικά ασχολείται μαζί τους κάθε φορά που ενοχλείται.  Με τον τρόπο αυτό όμως το παιδί με ΔΕΠ-Υ μαθαίνει ότι  οι άλλοι ασχολούνται μαζί του  όποτε γίνεται ενοχλητικό.

Τις περισσότερες  φορές το παιδί με ΔΕΠ-Υ  εύκολα αποκτά μια ταμπέλα όπως  «τεμπέλης»,  «αφηρημένος», «κακομαθημένος» ή «καπετάν φασαρίας». Αυτό σημαίνει ότι  στιγματίζεται και περιθωριοποιείται, στοιχεία όμως που σχετίζονται με την προκατάληψη και τα στερεότυπα και τα οποία οδηγούν σε έντονα αρνητικά συναισθήματα. Το αποτέλεσμα είναι ο μαθητής με τη συγκεκριμένη διαταραχή να οδηγείται σε ρήξη με το άμεσο περιβάλλον, να αποκόβεται από το κοινωνικό σώμα, καθώς και σε αποκλίνουσες συμπεριφορές ως άμυνα στο στίγμα που του αποδίδεται. Συχνά αντιλαμβάνεται ή ερμηνεύει λάθος τα γεγονότα και τις προθέσεις των άλλων εμφανίζοντας έτσι επιθετική συμπεριφορά. Οι όποιες παρεμβάσεις του εκπαιδευτικού θα πρέπει να είναι καλά μελετημένες, με σαφή στοχοθεσία, συνέπεια και μεθοδικότητα. Η ψυχολογική και συναισθηματική υποστήριξη των παιδιών με ΔΕΠ-Υ είναι μείζονος σημασίας προκειμένου να μετατραπεί η αποτυχία σε ικανότητα και επιτυχία.

Στασινοπούλου  Τζωρτζίνα