Πρόγραμμα «Μένουμε όρθιοι ΙΙ» κόστους 13,4 δισ. ευρώ παρουσίασε ο Αλ. Τσίπρας στο Ζάππειο

Το πρόγραμμα «Μένουμε όρθιοι ΙΙ» παρουσιάζει αυτή την ώρα σε εκδήλωση στο Ζάππειο ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, Αλέξης Τσίπρας.

Ξεκινώντας ο κ. Τσίπρας αφού αναγνώρισε στην κυβέρνηση ότι συντονίστηκε με όσα συνέστησε η επιστημονική κοινότητα για την υγειονομική κρίση, στην συνέχεια άσκησε κριτική λέγοντας:

«Ωστόσο σήμερα ασχολείται μονάχα με το πως θα αξιοποιήσει την κρίση για να επιταχύνει όσα αντιδραστικά είχε σχεδιάσει για την οικονομία, την εργασία και το κοινωνικό κράτος, ήδη πριν την πανδημία».

Δίνοντας το περίγραμμα της πρότασής του ανέφερε: «Δεν υπάρχει κανείς στον κόσμο που να πιστεύει ότι η ανάκαμψη είναι εύκολη ή απλή υπόθεση. Και δεν υπάρχει κανείς σοβαρός οικονομολόγος, ανεξαρτήτως ιδεολογίας, που να πιστεύει ότι μπορεί να ‘ρθει η ανάκαμψη χωρίς να πέσει χρήμα στην αγορά».

Έστρεψε τα βέλη του κατά του πρωθυπουργού λέγοντας ότι «ο κ. Μητσοτάκης αντί να πρωταγωνιστεί σε αυτή τη πανευρωπαϊκή συζήτηση, αντί να κάνει το παν για να εξασφαλίσει όσο το δυνατόν περισσότερους πόρους που θα πέσουν άμεσα στην αγορά, έχει επιλέξει έναν άλλο δρόμο.

Να εμφανίζεται τακτικά και να παριστάνει το μάντη κακών. Να λέει στις Ελληνίδες και στους Έλληνες: «Χάρη σε μένα σωθήκατε από τη πανδημία, αλλά τώρα προετοιμαστείτε για τα χειρότερα». Και τα χειρότερα μια να τα υπολογίζουν 3, μια 5, μια 10 και την άλλη 13% ύφεση».

Ειδικότερα, στην εισαγωγή της ομιλίας του ο κ. Τσίπρας επεσήμανε:

«Από την χρεωκοπημένη «κανονικότητα» σε μια νέα βιώσιμη και δίκαιη πραγματικότητα για όλους. Η πανδημία, η υγειονομική κρίση καθώς και η οικονομική και κοινωνική κρίση που ακολουθεί είναι προφανές ότι δημιουργούν άμεσες ανάγκες υγειονομικού και οικονομικού χαρακτήρα,ανάγκες για μέτρα ικανά να δώσουν στήριξη στο ΕΣΥ, το εισόδημα την εργασία σε όσους μένουν χωρίς δουλειά, στήριξη σε επιχειρήσεις για να μη κλείσουν οριστικά. Ταυτόχρονα όμως η κρίση αποκαλύπτει βαθύτερες ανάγκες και μεγάλες προκλήσεις που η αντιμετώπιση τους απαιτεί τολμηρές υπερβάσεις και αλλαγή του κυρίαρχου παραγωγικού και οικονομικού μοντέλου.

Η τομή της κρίσης μπορεί να αποδειχθεί ιστορική για το μέλλον της συλλογικής ζωής και της τύχης των κοινωνιών μας.

Οφείλουμε να κατανοήσουμε αλλά και να αντιμετωπίσουμε τις κοινές αιτίες κλιματικής και υγειονομικής κρίσης.

Οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε ότιη αποεμπορευματοποίηση βασικών αγαθών είναι πλέον αναγκαιότητα.

Οφείλουμε να καταστήσουμε ξεκάθαρο με κάθε τρόπο ότι η δημοκρατία δεν μπαίνει σε καραντίνα.

Ο παλιός κόσμος είναι ήδη πίσω μας. Οι βεβαιότητες για τις ιδιωτικοποιήσεις, την εμπορευματοποίηση των πάντων, και την απορρύθμιση των εργασιακών δικαιωμάτων ανήκουν στο παρελθόν. Το ίδιο και η λογική ιδιωτικοποίησης των κερδών στην ανάπτυξη και κοινωνικοποίησης των ζημιών στη κρίση, η θεώρησητου φυσικού δομημένου και πολιτιστικούπεριβάλλοντος ως εμποδίου στις επενδύσεις και της εργασίας ως αναλώσιμου εμπορεύματος του οποίου το κόστος πρέπει συνεχώς να μειώνεται.

Καθήκον αυτή τη στιγμή της αριστεράς η οποία αντιμαχόταν αυτές τις βεβαιότητες και λογικές δεν είναι μόνο να παρουσιάσει ένα διαφορετικό σχέδιο, ένα νέο παραγωγικό μοντέλο αλλά και να το καταστήσει ηγεμονικό.

Για αυτό το ζητούμενο δεν είναι να γυρίσουμε στην παλιά «κανονικότητα», στην κανονικότητα που οδήγησε σε μια χαμένη δεκαετία και που αν δεν προσέξουμε σήμερα, θα οδηγήσει σε μια χαμένη γενιά. Ζητούμενο είναι να μιλήσουμε για την νέα εποχή, για την μετάβαση σε μια βιώσιμη οικονομία των αναγκών.

Η μετάβαση αυτή,σε ένα πράσινο και βιώσιμο μοντέλο δεν είναι όπως προσπαθούν να μας πείσουν αντιαναπτυξιακή. Αντιθέτως παράγει αναπτυξιακές ευκαιρίες που πρέπει να αξιοποιήσουμε. Προϋποθέτει φυσικά το μοίρασμα του δημοσιονομικού χώρου μεταξύ της μείωσης φόρων και της αύξησης των αναγκαίων δαπανών.Αλλά με αυτόν τον τρόπο Μπορούμε να κάνουμε την οικονομία μας περισσότερο ανθεκτική και να πετύχουμε μετασχηματισμούς που διασφαλίζουν τη δίκαιη μοιρασιά του οφέλους της ανάπτυξης. Σε αυτό το πλαίσιο η εργασία παίζει κομβικό ρόλο.

Η ενίσχυση των μισθών είναι αναγκαία προϋπόθεση για την στροφή της παραγωγικής διαδικασίας από ένα μοντέλο φτηνής και αναλώσιμης εργασίας σε ένα μοντέλο καινοτομίας και προστιθέμενης αξίας. Ταυτόχρονα οφείλουμε να οικοδομήσουμε ένα ισχυρό κοινωνικό κράτος. Γιατί για εμάς η έννοια της ασφάλειας εκτείνεται πολύ πέρα από τα όρια της αστυνόμευσης, ταυτίζεται με θεμελιώδεις λειτουργίες του κράτους και της κοινωνικής οργάνωσης όπως η διασφάλιση της υγείας και η εξασφάλιση ενός εισοδήματος αξιοπρεπούς διαβίωσης για όλους και όλες.

Η αντιμετώπιση της πολλαπλής κρίσης που ζούμε απαιτεί μια νέα θεώρηση μια νέα κοινή λογική με βάση τις συλλογικές ανάγκες. Και ακριβώς σε μια τέτοια θεώρηση και προοπτική:

Επεξεργαζόμαστε ένα πρόγραμμα με μεσοπρόθεσμο ορίζοντα ένα πρόγραμμα πράσινης μετάβασης και μετασχηματισμού της χώρας, ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, ένα πρόγραμμα για την Ελλάδα της νέας δεκαετίας 2020-2030 το οποίο θα παρουσιάσουμε το επόμενο διάστημα.

Παρουσιάζουμε σήμερα, τώρα ένα πλαίσιο επεξεργασμένων μέτρων ως απάντηση στις άμεσες και επείγουσες ανάγκες της κοινωνίας και της οικονομίας, το Μένουμε Όρθιοι ΙΙ.

Επικαιροποίηση του Μένουμε Όρθιοι

Από την αρχή της υγειονομικής κρίσης ο ΣΥΡΙΖΑ με αίσθημα ευθύνης τοποθετήθηκε και πρότεινε ένα σχέδιο αμέσων και κοστολογημένων παρεμβάσεων. Η πρόταση «Μένουμε Όρθιοι» περιείχε συγκεκριμένα μέτρα για τον εργαζόμενο και την εργαζόμενη, για την επιχείρηση, για την κοινωνία και την οικονομία.

Η λογική του προγράμματος ήταν σαφής. Η χώρα χρειαζόταν ένα άμεσο εμπροσθοβαρές και γενναίο πακέτο στήριξης της κοινωνίας και της οικονομίας ώστε να στηριχθούν τα εισοδήματα των πολιτών, να προστατευθούν οι επιχειρήσεις τους και να αμβλυνθούν άμεσα οι καταστροφικές συνέπειες της πανδημίας στην οικονομία.

Το πρόγραμμα αυτό δεν παρουσιάστηκε με λογική στείρας αντιπολίτευσης. Αντίθετα ήταν η πρώτη φορά που αξιωματική αντιπολίτευση κατέθεσε στην κυβέρνηση συνολική αξιοποιήσιμη πρόταση. Πρόταση η οποία ήταν πραγματοποιήσιμη χάρη στην σημαντική παρακαταθήκη που άφησε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, τόσο σε ό,τι αφορά το «μαξιλάρι» και τα ταμειακά διαθέσιμαόσο όμως και την δημιουργία εκείνων των μηχανισμών στο δημόσιο τομέα που θα επέτρεπαν την άμεση αξιοποίηση τους.

Δυστυχώς η κυβέρνηση της ΝΔ αρνήθηκε ακόμη και να συμμετάσχει σε διάλογο σε σχέση με την πρόταση αυτή.

Αρνήθηκε να στηρίξει την εργασία και επέλεξε να επιδοτήσει την ανεργία.

Αρνήθηκε την ουσιαστική στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και κατέφυγε στην δυσφήμηση τους με ευφυολογήματα από τους υπουργούς της.

Αρνήθηκε την επιδότηση των επιστημόνων και επέλεξε να προσπαθήσει να τους υποτιμήσει.

Αρνήθηκε την στήριξη του τουρισμού, της εστίασης, των αγροτών, του πολιτισμού και συνολικά των πληττόμενων κλάδων.

Αρνήθηκε την οριζόντια στήριξη της οικονομίας που ήταν αναγκαία και εφικτή.

Αρνήθηκε με δυο λόγια να αξιοποιήσει την παρακαταθήκη που είχε, και να στηρίξει την οικονομία ώστε να αποφευχθεί μια βαθιά και παρατεταμένη ύφεση.

Σήμερα είναι προφανές ότι προσεγγίζει την κρίση ως ευκαιρία για την εμβάθυνση της πολιτικής που ήδη είχε ξεκινήσει πριν την κρίση της πανδημίας. Μιας πολιτικής με άξονες την απορρύθμιση της εργασίας, την αναδιάρθρωση σε βάρος των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, την υποβάθμιση του φυσικού δομημένου και πολιτιστικού περιβάλλοντος, την απαξίωση του κράτους πρόνοιας, την περιστολή δικαιωμάτων.

Άμεση συνέπεια αυτού ήταν οι συνεχείς κυβερνητικές παλινωδίες που επέτειναν την ανασφάλεια του κόσμου. Από το ποιοι κλάδοι στηρίζονταν στο πώς στηρίζονταν τα δεδομένα το προηγούμενο διάστημα άλλαζαν καθημερινά παραμένοντας ωστόσο ανεπαρκή.

Έτσι οι παλινωδίες συνεχίστηκαν και ως προς την πρόβλεψη της ύφεσης. Στην αρχή της κρίσης η πρόβλεψη του Υπουργού οικονομικών ήταν για ύφεση 0%. Σήμερα η πρόβλεψη του Υπουργού Οικονομικών είναι για ύφεση 5% ενώ η πρόβλεψη του πρωθυπουργού για ύφεση 10% ταυτιζόμενη με τις προβλέψεις διεθνών και ευρωπαϊκών θεσμών που το υπουργείο οικονομικών διαψεύδει.

Δυστυχώς όμως το πρόβλημα πλέον είναι βαθύτερο και πιο ουσιαστικό. Οι ιδεοληψίες της κυβέρνησης είχαν ως αποτέλεσμα να χαθεί το παράθυρο ευκαιρίας για ένα εμπροσθοβαρές πρόγραμμα. Έτσι η χώρα και οι πολίτες θα έρθουν αντιμέτωποι με μια πιο βαθιά και παρατεταμένη ύφεση. Η ΝΔ μιλάει για δίκαιη μοιρασιά των βαρών την στιγμή που μειώνει τους μισθούς κατά 20%. Προσπαθεί με κάθε τρόπο να πληρώσουν οι εργαζόμενοι για την κρίση.

Ο ΣΥΡΙΖΑ συνεχίζοντας με αίσθημα ευθύνης για την κοινωνία και την οικονομία δεν θα περιοριστεί στην λογική του «σας τα έλεγα». Δεν θα επιλέξει την στείρα καταγγελία όπως έκανε η ΝΔ από τα έδρανα της αντιπολίτευσης. Αντίθετα, τούτη την κρίσιμη ώρα επανερχόμαστε με μια επικαιροποιημένη δέσμη προτάσεων προς αξιοποίηση από την κυβέρνηση. Μια δέσμη ενδιάμεσων μέτρων, ρεαλιστικών, κοστολογημένων και αξιοποιήσιμων, ελπίζοντας ότι έστω και τώρα η κυβέρνηση θα επιδείξει την δέουσα προσοχή.

Το παρόν κείμενο λαμβάνει υπόψιν τα γεγονότα που μεσολάβησαν από το «Μένουμε Όρθιοι», την κυβερνητική αδράνεια και τον κοινωνικό διάλογο που πραγματοποιήσαμε με τους κοινωνικούς και παραγωγικούς φορείς. Τα μέτρα που προτείνονται στο παρόν κείμενο έχουν ως στόχο

την κατά το δυνατόν μέγιστη στήριξη εργαζομένων και επιχειρήσεων,

την κατά το δυνατόν μέγιστη άμβλυνση των συνεπειών της ύφεσης,

την κατά το δυνατόν ελάχιστη αύξηση του λόγου Χρέος/ΑΕΠ

Η ΝΔ έχει μεγάλη εμπειρία να βάζει την χώρα σε μνημόνια και δυστυχώς μηδενική στο να την βγάζει από αυτά. Το κείμενο αυτό λαμβάνει υπόψιν την ιστορική πείρα που αποκόμισε η χώρα και ο λαός μας τα τελευταία χρόνια. Γνωρίζουμε πλέον όλοι και όλες πολύ καλά ότι η καθυστέρηση στην λήψη μέτρων στήριξης της οικονομίας και της κοινωνίας είναι καταστροφική. Καλούμε την κυβέρνηση αλλά και τις λοιπές δυνάμεις της αντιπολίτευσης σε έναν άμεσο ειλικρινή διάλογο για να μην βρεθεί η χώρα σε νέες περιπέτειες.

Αρνούμαστε να παραμείνουμε θεατές στην δεύτερη καταστροφή της χώρας μέσα σε μία δεκαετία.

Αρνούμαστε να δούμε την νέα γενιά ως «χαμένη γενιά».

 

ΑΠΕ-ΜΠΕ