Αρθρογραφία

Πρότερος «έντιμος» ή πρότερος «σύννομος» βίος; Μερικές σκέψεις με αφορμή την περίπτωση Κορκονέα

Του Θοδωρή Τάκη
Αντωνόπουλου, δικηγόρου

Τα τελευταία χρόνια (πριν την αλλαγή του Ποινικού Κώδικα από 1-7-2019) είχε επικρατήσει στην δικαστική πρακτική η εσφαλμένη άποψη ότι για να αναγνωρισθεί στον κατηγορούμενο το ελαφρυντικό του «προτέρου εντίμου βίου» (άρθρο 84 παρ. 2 εδ.α΄ του Ποινικού Κώδικα), θα έπρεπε αυτός να μπορεί να αποδείξει ενώπιον του δικαστηρίου ότι μέχρι την τέλεση της πράξης για την οποία κατηγορείτο είχε επιδείξει «θετική και επωφελή δράση» επ’ αγαθώ της κοινωνίας.

Θα έπρεπε δηλαδή ο κατηγορούμενος να αποδείξει ότι, μέχρι να καταδικασθεί για την πράξη που του κατελογίζετο, επιδίδετο συστηματικά σε αγαθοεργίες, βοηθώντας απόρους ή ασθενείς συμπολίτες του, ή ότι ήταν μόνιμος εθελοντής αιμοδότης, ή ότι έσωσε κάποτε ένα παιδάκι από πνιγμό (στη θάλασσα ή σε πισίνα, αδιαφόρως), ή ότι ήταν φίλος του δάσους ή της careta- careta, ή ενός σπανίου είδους πεταλούδας, ή ότι εύρισκε συχνά χαμένα πορτοφόλια και τα παρέδιδε στην αστυνομία, ή ότι περνούσε καθημερινά γριούλες στο απέναντι πεζοδρόμιο κ.λ.π., κ.λ.π.

Απαιτήσεις του κ.δικαστή για την ανακάλυψη του φαρμάκου για την ευλογιά ή για τον κοκκύτη δεν είχαν διατυπωθεί, αλλά εάν ο κατηγορούμενος μπορούσε να αποδείξει ότι, τρόπον τινά, είχε συντελέσει στην ανακάλυψη και αυτών των φαρμάκων, π.χ. ως πειραματόζωο, τόσο το καλλίτερο για αυτόν. Αντί για 10 χρόνια, θα «άκουγε» 2-3!!

Με λίγα λόγια οι κ.κ. δικαστές, ακολουθώντας την «γραμμή» του Αρείου Πάγου (που και αυτός συντίθεται από δικαστές) ζητούσαν από τον κατηγορούμενο να αποδείξει ότι μέχρι να κατηγορηθεί για την πράξη που τον οδήγησε στο δικαστήριο, ήταν όχι άνθρωπος, αλλά υπεράνθρωπος, δηλαδή κάτι μεταξύ Ζορρό, Μπάτμαν, Μικρού Σερίφη, Γιώργου Θαλάσση («Παιδί Φάντασμα») και άλλων στερεοτύπων και καλών καγαθών προτύπων της ελληνικής παραφιλολογίας και λαϊκής μυθοπλασίας. Ή έστω κάτι μεταξύ Μαριάννας Βαρδινογιάννη, Καραμουρτζούνη, Ανδρέα Συγγρού, Βαγγέλη Ζάππα, και Ιδρύματος Μποδοσάκη.

Εάν ο κατηγορούμενος εγείρετο δειλά – δειλά από το εδώλιο και έλεγε με φωνή τρεμάμενη στον κ.δικαστή: «κύριε Πρόεδρε εγώ μέχρι να αμαρτήσω ήμουν ένα φιλήσυχος και φιλόνομος πολίτης, δεν είχα διαπράξει κανένα άλλο αδίκημα, ήμουν ένας κανονικός άνθρωπος, πρώτη μου φορά στέκομαι μπροστά σε δικαστήριο, ήμουν ένας γιατρός που γιάτρευα τους ασθενείς μου χωρίς να παίρνω φακελάκια, ένας μπακάλης που δεν έκλεβα στο ζύγι, ένας μηχανικός που έχτιζα σπίτια με γερά θεμέλια, ένας πυροσβέστης που έσβηνα φωτιές, ένας αστυνομικός που κυνηγούσα τους κλέφτες, ένας δικηγόρος που έκανα δίκες χωρίς να κλείνω το μάτι στον αντίδικο, ή ακόμη, ένας εισαγγελέας που ασκούσα διώξεις σύμφωνα με το νόμο», αυτό δεν αρκούσε κατά τον κ. δικαστή για να του χορηγήσει το ελαφρυντικό του «προτέρου εντίμου βίου».

Έπρεπε ο κατηγορούμενος να αποδείξει επί πλέον, ότι ο μέχρι τότε βίος του εκοσμείτο από πράξεις ανδραγαθίας, ιδιαίτερης γενναιότητας και απαράμιλλης φιλαλληλίας που ξεπερνούσαν και υπερέβαιναν κατά πολύ το ηθικό ανάστημα του μέσου ανθρώπου.

Ο συνήθης, ο «κανονικός» τύπος ανθρώπου, αυτός που έκανε απλά την δουλειά του, που φρόντιζε απλά την οικογένειά του, που απλά δεν επεδείκνυε αντικοινωνική συμπεριφορά και που απλά ήταν μέχρι εκείνη τη στιγμή ένας απλός άνθρωπος, δεν θεωρείτο «έντιμος» και δεν δικαιούτο της αναγνώρισης του συγκεκριμένου ελαφρυντικού.

Με συνέπεια η ποινή που του επιβαλλόταν να μην τύχαινε καμμίας μείωσης ή έκπτωσης.

Επρόκειτο για πλήρη παραλογισμό. Και όπως συνήθως συμβαίνει σε αυτήν την ταλαίπωρη χώρα, αυτός ο παραλογισμός «διορθώθηκε» με έναν άλλο παραλογισμό:

Η έννοια του «προτέρου έντιμου βίου», που τόσο είχε διαστρεβλωθεί και υποκειμενικοποιηθεί ερμηνευτικά τα προηγούμενα χρόνια (θυμηθείτε ότι π.χ. στον συγγραφέα Νάσιουτζικ χορηγήθηκε αυτό το ελαφρυντικό παρά τις 97 σφυριές στο κεφάλι του Διαμαντόπουλου, ενώ στον συνθέτη Άκη Πάνου δεν αναγνωρίσθηκε, παρά την αναμφισβήτητη συνεισφορά του στον πολιτισμό), αντικαταστάθηκε με την έννοια του «σύννομου βίου» που γενικά, αφηρημένα, οριζόντια και χωρίς εξαιρέσεις οδηγεί σε μειωμένη ποινή, ακόμη και τους πιο ειδεχθείς και σκληρούς εγκληματίες.

Ποιος φταίει άραγε γι’ αυτήν την εξέλιξη και πώς μπορεί να διορθωθεί;
Φταίει κατ’ αρχήν ο κ. δικαστής που εξάρτησε ερμηνευτικά την χορήγηση του ελαφρυντικού από υπερφυσικές ιδιότητες και αδιανόητες δράσεις του κατηγορούμενου κατά τον πρότερο βίο του.

Φταίει ο κ. νομοθέτης που, μη έχοντας (δικαιολογημένα) εμπιστοσύνη στον ανεξέλεγκτο υποκειμενισμό του κ. δικαστή, κατέφυγε σε μια ισοπεδωτική λύση, πειθαναγκάζοντάς τον σε μονοδρομημένες και στεγανοποιημένες αποφάσεις (τύπου Κορκονέα).

Το πρόβλημα όμως μπορεί να διορθωθεί πολύ απλά:

Με την άμεση νομοθετική επαναφορά του όρου «πρότερος έντιμος βίος» και με μια αυστηρή σύσταση της, οσονούπω, νέας ηγεσίας του Αρείου Πάγου προς τους κ.κ. δικαστές, ότι αυτό το ελαφρυντικό αναλογεί και στον καθημερινό μη παραβατικό άνθρωπο, άσχετα εάν αυτός δεν έτυχε, ή δεν μπόρεσε ή δεν επιθυμούσε να διακριθεί ως υπεράνθρωπος ή λαϊκός ήρωας μέσα στην κοινωνία. Και με την υπόμνηση ότι εάν αυτό το ελαφρυντικό δεν θα χορηγείται αναιτιολόγητα, τότε θα υφίσταται ο κ. δικαστής τις δέουσες κυρώσεις.

Εάν δεν συμβεί αυτό, «τότε θα δικάζει η Βουλή και όχι τα δικαστήρια», όπως προσφυώς παρατήρησε ο εξέχων νομικός κ. Βασίλης Χειρδάρης.

Όλη η επικαιρότητα