Ελλάδα Συνεντεύξεις

Σε 1ο Ενικό: Ο «πρύτανης» του αστυνομικού ρεπορτάζ Πάνος Σόμπολος

                                       Συνέντευξη στη Γιούλη Ηλιοπούλου

Ο Πάνος Σόμπολος ταύτισε το όνομα και τη δράση του με την ακραία φύση του ανθρώπινου είδους, υπηρετώντας όμως πάντα το αστυνομικό ρεπορτάζ.

Πλέον, με την πείρα 40 ετών, ασχολείται με τη συγγραφή βιβλίων, τα οποία επίσης κρατούν τους αναγνώστες με κομμένη την ανάσα, όπως ακριβώς έκαναν και οι ανταποκρίσεις του, από τον τόπο των εγκλημάτων.

*  Το όνομά σας έχει συνδεθεί με την πιο ακραία φύση του ανθρώπινου είδους. Τι ήταν εκείνο που σας ώθησε στους… φόνους; Πώς οδηγηθήκατε στην αγκαλιά του αστυνομικού μυστηρίου;

Όταν ένας νέος ξεκινάει στον επαγγελματικό στίβο, όπως κι εσείς πολύ καλά γνωρίζετε, δεν έχει πολλά περιθώρια για να διαλέξει αυτό που του αρέσει. Εκείνη την εποχή που ξεκίνησα εγώ, τα πράγματα στις εφημερίδες και στα ραδιοτηλεοπτικά Μέσα Ενημέρωσης ήταν ιδιαίτερα δύσκολα. Τότε κύρια επιδίωξή μας ήταν να βάλουμε πόδι σε μια εφημερίδα. Δεν είχαμε περιθώρια να επιλέξουμε τον τομέα του ρεπορτάζ που μας άρεσε. Δεν μπορούσα δηλαδή να πω: Δεν θέλω το αστυνομικό θέλω το καλλιτεχνικό ή το αθλητικό ή το πολιτικό ρεπορτάζ. Όταν λοιπόν πάτησα το πόδι μου στην εφημερίδα, με τοποθέτησαν βοηθό στο αστυνομικό ρεπορτάζ. Αυτόν τον τομέα υπηρέτησα ως την ημέρα που συνταξιοδοτήθηκα. Ενδιάμεσα έκανα και για έντεκα χρόνια παράλληλα με το αστυνομικό και δικαστικό ρεπορτάζ.

Οι φόνοι και γενικά το έγκλημα σε όλες τις μορφές του δεν μου άρεσαν όπως δεν αρέσουν σε κανέναν. Όμως αυτόν τον χώρο του αστυνομικού ρεπορτάζ υπηρέτησα κι αυτού του είδους τις υποθέσεις χειριζόμουνα όλα αυτά τα χρόνια, με σοβαρότητα, υπευθυνότητα και αντικειμενική ενημέρωση.

 

* Δημοσιογραφία για πολλά –  πολλά χρόνια και τώρα συγγραφή. Τι από τα δύο σας γεμίζει περισσότερο; Σας λείπει το ρεπορτάζ;

Η απάντησή μου εδώ είναι αυτό που λέει ο λαός, δηλαδή κάθε πράγμα στον καιρό του. Και φυσικά μου άρεσε περισσότερο το ρεπορτάζ, τα γεγονότα,  η καθημερινότητα. Αλλά στη ζωή μου έχω κάποιες αρχές τις οποίες τηρώ απαρέγκλιτα. Τι εννοώ: Συμπλήρωσα συντάξιμα χρόνια και με το παραπάνω κι έπρεπε να φύγω. Κι έπρεπε να φύγω για να μπει στο επάγγελμα – λειτούργημά μας και κάποιος άλλος νέος.

Όσο για τη συγγραφή βιβλίων, αυτό το κάνω και γιατί μου αρέσει να γράφω, αλλά και να αφήσω μια παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές.

* Ποια ήταν ή είναι η σχέση σας με τους παρανόμους;

Η σχέση μου με τους κάθε λογής παράνομους ήταν πολλή καλή θα έλεγα. Μ αγαπούσαν και μ αγαπάνε όσο κι αν ακούγεται παράξενα. Κι αυτό γιατί ποτέ δεν μπέρδεψα τον ρόλο μου με το ρόλο του αστυνομικού, του δράστη, του θύματος, του ντετέκτιβ κ.λ.π. Εγώ ήμουνα δημοσιογράφος και κατέγραφα πραγματικά γεγονότα. Δεν τα μεγαλοποιούσα αυτά τα γεγονότα για να εντυπωσιάζω. Όταν π.χ. η Αστυνομία διαπίστωνε κατά την προανάκριση ότι ο ληστής διέπραξε 38 ληστείες, εγώ δεν έλεγα 40 για να εντυπωσιάσω. Περιέγραφα πάντα τα γεγονότα από τον τόπο που διαδραματίζονταν με ακρίβεια, χωρίς σάλτσες, ούτε τα έκανα περισσότερο τραγικά απ ότι ήταν για να «σηκώνω» τηλεθέαση ή να πουλάει η εφημερίδα μου περισσότερα φύλλα. Από την άλλη μεριά, εκθείαζα τους αστυνομικούς για τις μεγάλες επιτυχίες, αλλά χτυπούσα αλύπητα δημοσιογραφικά τους διεφθαρμένους συναδέλφους τους.

* Έχετε φοβηθεί στη διάρκεια του ρεπορτάζ;

Ναι έχω φοβηθεί και μάλιστα από απειλές κάποιων. Άμα ανακατεύεσαι με εγκληματίες και κάθε λογής παράνομους είναι επόμενο να υπάρχουν κι αυτά. Θυμάμαι όταν ήμουνα ακόμη νεαρός με είχε πάρει τηλέφωνο στην εφημερίδα ένας που εξέδιδε ιερόδουλες. Με απείλησε λέγοντας ότι αν ξαναγράψω γι αυτόν και τις κοπέλες του, θα μου κόψει τη μύτη, τα αυτιά και τα γεννητικά όργανα!

Όμως φοβήθηκα και κινδύνεψα και κατά τη διάρκεια του ρεπορτάζ. Πολλές φορές είπα: «Εδώ θ αφήσω τα κοκκαλάκια μου», αλλά τελικά ο Θεός με βοήθησε και δεν είχαν μοιραία κατάληξη οι όποιες περιπέτειες είχα κατά τη διάρκεια του ρεπορτάζ.

* Πρόσφατα εκδόθηκε από τις εκδόσεις «Πατάκη»  το 5ο αν δεν κάνω λάθος, βιβλίο σας  που έχει τον τίτλο «Εγκλήματα γένους θηλυκού στην Ελλάδα».  Αναμφίβολα αποτελεί σημείο αναφοράς για τη δημοσιογραφική αλλά και την επιστημονική έρευνα. Τι σας ώθησε στη συγγραφή του;

Είναι πράγματι το πέμπτο κατά σειρά βιβλίο μου. Πάντα ήθελα να ασχοληθώ με την γυναικεία εγκληματικότητα, όχι μόνο με τις ανθρωποκτονίες αλλά και με άλλου είδους παραβάσεις. Πολλές φορές κάνοντας ρεπορτάζ σε ανθρωποκτονίες με δράστιδες γυναίκες, εντυπωσιαζόμουνα με αρκετές διαφορετικές πλευρές που έβλεπα, σε σχέση με τις ανθρωποκτονίες που διαπράττονταν από άντρες. Κι έλεγα ότι όταν αξιωθώ και πάρω σύνταξη και θα έχω χρόνο, μεταξύ των βιβλίων που θα πρέπει να γράψω, ένα θα έχει σχέση με τις φόνισσες. Αυτή την ιδέα την έκανα πραγματικότητα.

Πήρα από το αρχείο μου τις σημαντικότερες δολοφονίες που είχα ζήσει και είχα καλύψει, στις οποίες πρωταγωνίστησαν  γυναίκες, βρήκα και με μεγάλο κόπο και επισταμένη έρευνα παρόμοιες  πολύκροτες υποθέσεις που δεν είχα ζήσει και τις παρουσίασα σ αυτό το βιβλίο.

Θα παρατηρήσει ο αναγνώστης ότι στα προηγούμενα βιβλία μου έβαζα στο εξώφυλλο τον υπότιτλο «Όπως τα έζησα». Εδώ δεν υπάρχει, γιατί δεν τις έζησα όλες τις υποθέσεις αυτού του βιβλίου, είτε διότι ήμουνα αγέννητος είτε διότι δεν είχα μπει στη δημοσιογραφία. Αρχίζω δηλαδή από το 1931 με την πασίγνωστη υπόθεση του Αθανασόπουλου και φτάνω στο σήμερα.

* Οι «πρωταγωνίστριες» του βιβλίου ήταν αυτό που λέμε γυναίκες της διπλανής πόρτας. Οπότε εύλογα προκύπτει το ερώτημα: Πόσο εύκολα μπορεί να «σού γυρίσει το μυαλό» και να εγκληματήσεις;

Πράγματι ήταν γυναίκες της διπλανής πόρτας. Έφτασαν να εγκληματήσουν για διάφορους λόγους μεταξύ των οποίων είναι: Η βάναυση και απάνθρωπη συμπεριφορά του συζύγου θύματος, ο έρωτας, δηλαδή μπήκε τρίτο πρόσωπο στη μέση, περιουσιακά και πολλά άλλα.

Σε όλες τις περιπτώσεις εγώ λέω ότι υπάρχει και η λέξη «χωρίζω» και δεν φτάνω στο έγκλημα. Με το να δολοφονήσει η γυναίκα το σύζυγό της και η ίδια θα πάει για πολλά χρόνια στη φυλακή και ο άντρας της φεύγει στον άλλο κόσμο, αλλά και τα παιδιά του ζευγαριού μένουν ορφανά στους πέντε δρόμους. Ποτέ στα άκρα δεν θα πρέπει να φτάνουμε και φυσικά ποτέ στην ανθρωποκτονία.

* Τι συμβουλή θα δίνατε σε ένα νέο δημοσιογράφο;

Εμείς οι δημοσιογράφοι κάνουμε μια δουλειά όπως όλος ο κόσμος για να ζήσουμε εμείς κι η οικογένειά μας. Όμως εμάς η δουλειά μας είναι και ΛΕΙΤΟΥΡΓΗΜΑ κι έτσι θα πρέπει να τη βλέπουμε σ όλη τη δημοσιογραφική μας καριέρα.

Θα τους έλεγα επίσης ότι σ όποιον τομέα ρεπορτάζ ταχθούν να υπηρετήσουν, να τον αγαπήσουν αυτόν τον τομέα, να επιδοθούν εξ ολοκλήρου σ αυτό που κάνουν κι όταν βγαίνουν στον κόσμο να τον ενημερώσουν, να τον ενημερώνουν σωστά, αντικειμενικά, χωρίς φανατισμούς και σκοπιμότητες και να μην τον κοροϊδεύουν. Και να θυμούνται δύο λέξεις: ΗΘΟΣ και ΕΡΓΑΤΙΚΟΤΗΤΑ (Η λέξη ήθος περικλείει πολλές έννοιες)

Αυτές τις αρχές πρέσβευα κι αυτές προτρέπω τους νέους συναδέλφους μου να ακολουθήσουν.

* Ποιά είναι τα επόμενα σχέδιά σας μετά από την τεράστια απήχηση των βιβλίων σας;

Θα συνεχίσω τη συγγραφή βιβλίων πάντα με πραγματικά γεγονότα που βίωσα κάνοντας ρεπορτάζ.  Μια σκέψη είναι να ασχοληθώ με το τεράστιο θέμα των ναρκωτικών, μια άλλη να ασχοληθώ με την ιστορία της βεντέτας στην Ελλάδα και διάφορα άλλα. Θα ιδώ αργότερα τελικά με ποιο απ όλα θα ασχοληθώ.

Όλη η επικαιρότητα