Categories: Παιδί

Σε ποια ηλικία να ξεκινήσει το παιδί μια ξένη γλώσσα

Share

Οι ξένες γλώσσες ήταν μία από τις αγαπημένες μου δραστηριότητες όταν ήμουν παιδί. Με πολύ μεράκι, κάθε μερικά χρόνια πρόσθετα στη συλλογή μου και μία καινούργια. Αυτό συνεχίστηκε και στα φοιτητικά μου χρόνια, μέχρι που κάποια στιγμή σταμάτησα λόγω έλλειψης χρόνου.

Αποδίδω τον λόγο της αγάπης μου για αυτές σε έναν συνδυασμό παραγόντων: λίγο ότι μου έδιναν πρόσβαση σε πλήθος νέων πληροφοριών που μπορούσα να διαβάσω και να καταλάβω, λίγο ότι αποτελούσαν (και αποτελούν) πραγματικό εφόδιο αφού παρέχουν μια ευρεία γκάμα νέων εκπαιδευτικών και επαγγελματικών ευκαιριών, και λίγο ότι πραγματικά διασκέδαζα να παίζω με τη σύνταξη και τη γραμματική κάθε νέας γλώσσας. Και κάπως έτσι κατέληξα να μάθω τέσσερις.

Φαντάζομαι, όμως, ότι δεν είναι για όλα τα παιδιά ούτε το ίδιο εύκολο ούτε το ίδιο ευχάριστο. Δεν θα πρέπει να ξεκινάμε με τη σκέψη ότι τα παιδιά «πρέπει» να μάθουν μια ξένη γλώσσα. Το πιο σημαντικό είναι τα παιδιά να την αγαπήσουν. Αυτά μου εξηγεί η παιδοψυχολόγος Έλλη Γιαννοπούλου, με την οποία συζήτησα για όλα όσα απασχολούν τους γονείς σχετικά με την έναρξη εκμάθησης μιας ξένης γλώσσας στα παιδιά τους.

Υπάρχει κατάλληλη ηλικία για να ξεκινήσει το παιδί μια ξένη γλώσσα;

Για να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα, οφείλουμε να διευκρινίσουμε τι σημαίνει «να ξεκινήσει το παιδί μια ξένη γλώσσα». Όπως μας εξήγησε η κ. Γιαννοπούλου, το παιδί μπορεί να έρθει σε επαφή με την ξένη γλώσσα και από την προσχολική ηλικία, δηλαδή από τα 4 έτη. Όχι όμως με την έννοια της εκμάθησης, δηλαδή να μάθει γραμματική, συντακτικό και γενικούς κανόνες, αλλά να μάθει τραγουδάκια, παιχνίδια, να έχει ακούσματα και γενικά να μάθει πράγματα για την ανάλογη χώρα. «Να έχει, δηλαδή, σχέση με τη βιωματική μάθηση και πιο πολύ με το παιχνίδι», πρόσθεσε η ειδικός.

«Ως εκμάθηση, με την έννοια της μελέτης του γραπτού και προφορικού λόγου, της γλώσσας και της γραμματικής, συνήθως συνιστούμε το παιδί να ξεκινήσει μετά τη Β’ δημοτικού, έτσι ώστε να έχει κατακτήσει λίγο την έννοια της μητρικής του γλώσσας. Να έχει, δηλαδή, μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα και να έχει ωριμάσει γνωστικά, ώστε να μπορεί να μπει στη διαδικασία να μάθει νέους κανόνες και νέες λέξεις σε μια ξένη γλώσσα που δεν είναι η μητρική του», διευκρίνισε.

Όσον αφορά την εκμάθηση μιας δεύτερης ξένης γλώσσας, επίσημα αυτή εντάσσεται στο σχολικό πρόγραμμα στην Ε’ δημοτικού. Ωστόσο, η κ. Γιαννοπούλου μας είπε ότι «αν η δεύτερη ξένη γλώσσα δεν είναι επιλογή του παιδιού, δηλαδή δεν θέλει να τη μάθει αλλά το κάνει επειδή «πρέπει» και αν αυτή δεν μιλιέται στο σπίτι, (κατά συνέπεια, δεν υπάρχει στα ακούσματα του παιδιού) θα πρέπει να γίνει σίγουρα μετά την ηλικία των 10 με 11 ετών».

Όσο πιο νωρίς ξεκινήσει η εκμάθηση τόσο πιο αποτελεσματική θα είναι: Αλήθεια ή μύθος;
Ναι μεν, αλλά! Στην Ελλάδα όταν λέμε «να μάθουμε μια ξένη γλώσσα» εννοούμε κατά βάση να αποκτήσουμε ένα πτυχίο σε αυτή. Δυστυχώς, όμως, η απόκτηση του πτυχίου δεν ταυτίζεται πάντα με τη γνώση της γλώσσας. «Αν έχουμε μια επαφή στην προσχολική ηλικία, μετά είναι λίγο πιο εύκολο να περάσουμε στο επόμενο στάδιο. Δεν σημαίνει όμως ότι αν ένα παιδί, για παράδειγμα, ακούει από νωρίς αγγλικά, ρωσικά ή κινέζικα από βιντέακια, θα μάθει πολύ πιο εύκολα τη γλώσσα, αν πρόκειται να τη μάθει σε ένα επίπεδο πτυχίου», μας είπε η κ. Γιαννοπούλου.

«Είναι ωραίο ένα παιδί να έχει από νωρίς ακούσματα γιατί είναι γνωστό ότι ο εγκέφαλός μας όσο πιο μικρός είναι τόσο πιο πολλές συνδέσεις κάνει και απορροφάει την πληροφορία, αλλά είναι μια πληροφορία που θα του χρησιμεύσει σαν χαρά, σαν παιχνίδι για εκείνη την χρονική περίοδο. Δεν σημαίνει ότι αυτή η πληροφορία θα συνδεθεί απαραίτητα με γνώση που θα την έχει και μεταγενέστερα», τόνισε.

Ποια πρέπει να είναι η πρώτη ξένη γλώσσα που θα μάθει το παιδί;

Η εμπειρία δείχνει ότι όταν τα παιδιά ζούν σε ένα περιβάλλον όπου μιλούνται περισσότερες από μία γλώσσες, είναι σημαντικό να δοθεί έμφαση στις άλλες γλώσσες που μιλούνται. Αν για παράδειγμα, μία γλώσσα μιλιέται στο σπίτι του παιδιού και μία στο υπόλοιπο στενό του περιβάλλον, θα πρέπει να δοθεί έμφαση σε αυτές τις δύο, γιατί υπάρχει μεγαλύτερη πιθανότητα το παιδί να τις χρησιμοποιεί και σταδιακά να εξοικειωθεί.

Στην Ελλάδα, επειδή υπάρχει πολύ μεγάλη εξοικείωση με τα αγγλικά, αφού τα ερεθίσματα που λαμβάνουμε καθημερινά είναι πολλά, η πρώτη ξένη γλώσσα που μαθαίνουν τα παιδιά είναι τα αγγλικά.

Ο καλύτερος τρόπος εκμάθησης

Γενικά, θεωρείται ότι η βιωματική μάθηση έχει πολύ καλύτερα αποτελέσματα από τον τρόπο μάθησης του τύπου «γράφω, διαβάζω, κάνω επανάληψη», μας είπε η ειδικός. Εξήγησε ότι «σίγουρα στην προσχολική ηλικία ο τρόπος χρειάζεται να είναι βιωματικός, αλλά έχει παρατηρηθεί ότι και στις πιο μεγάλες ηλικίες η βιωματική μάθηση βοηθάει».

Βιωματική μάθηση σημαίνει ότι το παιδί πρέπει να έχει μια πιο ενεργή και διαδραστική συμμετοχή. Συνολικά, αυτό που κρίνει η κ. Γιαννοπούλου ως αναγκαίο είναι να προβληματιστούμε ως προς τον τρόπο που δίνουμε τη γνώση στα παιδιά. Είναι σημαντικό να γίνεται με τρόπο που θα κάνει τα παιδιά να νιώσουν αγάπη για την ξένη γλώσσα αλλά και ότι κατακτούν γνώση την οποία θα μπορέσουν να αξιοποιήσουν στο μέλλον.