To θρυλικό κάστρο της Άκοβας στα Τρόπαια και η μυθική Αμαζόνα

screenshot_4.jpg

Το κάστρο της Άκοβας ή Άκβας ή «της Μονοβύζας» βρίσκεται 3,5 χλμ. ανατολικά από το χωριό Βυζίκι, στα Τρόπαια Αρκαδίας, στο πλάτωμα ενός χαμηλού λόφου, σε περιοχή δύσβατη. Τα μόνα τμήματά του που σώζονται πια, είναι κάποια μέρη του εξωτερικού περιβόλου του και ένας τετράγωνος πύργος στη νοτιοδυτική πλευρά, μισογκρεμισμένος κι αυτός.


Κάποτε, όμως, ήταν τρανό φρούριο και είναι συνδεδεμένο με θρύλους που ακούγονται ακόμη και σήμερα, θρύλους που έχουν να κάνουν με τις Κυράδες του Κάστρου, δύο με το όνομα Μαργαρίτα και την κόρη της μιας από αυτές, την Ισαβέλλα, η οποία ήταν η πιο όμορφη γυναίκα στην Ευρώπη, σύμφωνα με τα γραπτά του Ραμόν Μουντάνερ, αλλά και με τους τοπικούς θρύλους.


Η Άκοβα (πιθανόν το όνομα προέρχεται από το λατινικό «acqua», που σημαίνει νερό, επειδή η περιοχή έχει πολλά νερά) υπήρξε η έδρα μιας από τις 12 βαρονίες που ιδρύθηκαν στην Πελοπόννησο μετά την κατάληψή της από τους Φράγκους και την ίδρυση του Πριγκιπάτου της Αχαΐας, το 1205.


Ανακηρύχθηκε υψηλή βαρονία, δηλαδή μπορούσε να απονέμει δικαιοσύνη, να κηρύξει πόλεμο, να διαθέτει φρούριο και να διαθέτει δική της επισκοπική έδρα. Παραχωρήθηκε με 24 ιιππικά φέουδα στον Gaultier de Roncheres ή de Roziere, ο οποίος στο Χρονικό του Μορέως ονομάζεται Γιλτιάρης δε Ροζηέρης και Ροζιέρε.


«Κάστρον εποίησε φοβερόν εκεί στην Μεσαρέαν/ Και Άκωβαν τ’ ωνόμασεν κ’ εκείνος ήτον αυθέντης», λέει ο στίχος από το Χρονικό του Μορέως.


Η περιοχή ονομαζόταν και Ματαγριφόν, δηλαδή «σταμάτα, Έλληνα», ή «Ελληνοφόνιον», επειδή πολλοί Έλληνες έπεφταν νεκροί έξω από τα τείχη του.


Το Χρονικό παρέχει πολλές λεπτομέρειες για την άκαρπη προσπάθεια της διαδοχής του Βαλθέρου Ροζιέρου (αδερφού του Γιλτιάρη) από την κόρη του Μαργαρίτα το 1263. Τελικά το κάστρο κατέληξε μετά το θάνατο το 1277 του Γουλιέλμου Βιλεαρδουίνου, ηγεμόνα του Πριγκιπάτου, στη δευτερότοκη κόρη του που λεγόταν επίσης Μαργαρίτα.


Η υπόθεση αυτή περιγράφεται ενδελεχώς στο Χρονικό του Μορέως και είναι μια πολύ καλή «άσκηση» για όποιον ενδιαφέρεται για το κληρονομικό δίκαιο,όπως θεσπίζεται στις Ασίζες της Ρωμανίας, δηλαδή στις «Συνήθειες», στο Δίκαιο της εποχής.


Η Μαργαρίτα Βιλεαρδουίνου, ως Κυρά της Άκοβας, το 1314 έδωσε την κόρη της Ισαβέλλα στον Φερδινάνδο της Μαγιόρκας, τον αρχιστράτηγο των Καταλανών της Σικελίας.


Το 1318, και ενώ η Μαργαρίτα και η Ισαβέλλα είχαν πεθάνει, αν και στη φαντασία των απλών ανθρώπων ζούσαν πάντοτε στο κάστρο, οι Καταλανοί πούλησαν το κάστρο στους Βυζαντινούς Ανδρόνικο Παλαιολόγο και Ιωάννη Καντακουζηνό (τους μετέπειτα αυτοκράτορες).


Το 1391 κατά την κάθοδο του Εβρενόζ-Μπέη στην Πελοπόννησο, η Άκοβα έπεσε στους Οθωμανούς. Αργότερα την ανακατέλαβαν οι Βυζαντινοί του Δεσποτάτου του Μυστρά και επισκεύασαν το κάστρο.


Από τότε, και έως την οριστική επικράτηση των Οθωμανών, πρωταγωνίστησε στις συρράξεις.


Το 1423 ο Τουραχάν Μπέης πέρασε από αυτήν νικητής και έστησε πυραμίδα με τα κρανία των σφαγιασθέντων.


Σαν να μην έφταναν οι καταστροφές του Τουραχάν, οι γιοι του το 1452 Αχμέτ και Ομάρ επιτέθηκαν και πάλι εναντίον του κάστρου, και έδωσαν πολλές μάχες μέχρι τη Λακωνία και τη Μεσσηνία, φέρνοντας την καταστροφή και την ερήμωση.


Τελικώς, το 1458 καταλήφθηκε από τον Μωάμεθ τον Β’ ’τον Πορθητή οπότε και καταστράφηκε ξανά. Από 1500 αποτέλεσε με την περιοχή της τμήμα του Βιλαετιού της Καρύταινας έχοντας καθεστώς αυτονομίας.

Το 1684 καταλήφθηκε από τους Βενετούς και έμεινε στην κυριαρχία τους με τη συνθήκη του Κάρλοβιτς έως το 1715, οπότε περιήλθε και πάλι στους Τούρκους. Η Άκοβα προσαρτήθηκε εκκλησιαστικά στη μητρόπολη Λακεδαίμονος το 1720 και το 1754 ενώθηκε με την πατριαρχική εξαρχία Ζαρνάτας που ανακηρύχθηκε σε Αρχιεπισκοπή.


Κατά την Ελληνική Επανάσταση, η Άκοβα υπήρξε ιδιαίτερη στρατιωτική περιφέρεια, της «Πάνω Μεριάς», δηλαδή της εκείθεν του Λάδωνος Αρκαδίας. Όπως αναφέρει ο ιστορικός Τάκης Κανδηλώρος (1874-1934) «στρατολογούσαν δε σε αυτήν την περιφέρεια μέχρι τέλους του αγώνα οι αδελφοί Δεληγιανναίοι άνδρας εκλεκτούς και ανδρείους, ουδέποτε μισθοφορήσαντας, αλλά πάντοτε συνεισφέροντας εξ ιδίων σφάγια και τρόφιμα για την επιτυχία του αγώνα».


Μετά την ίδρυση του Νέου Ελληνικού Κράτους δεν υπάρχουν αναφορές πλέον στην Άκοβα.


Οι πολλές γυναικείες παρουσίες του κάστρου, γυναίκες με δύναμη και εξουσία, κόρες και ανιψιές πριγκίπων, φυσικό είναι να έχουν δημιουργήσει θρύλους που ακούγονται ακόμη. Σύμφωνα με τον θρύλο της Άκοβας, λοιπόν, και όπως αναφέρει ο Τάκης Χ. Κανδηλώρος, το κάστρο φυλασσόταν από μυθική Αμαζόνα η οποία έβγαινε «από μυστική καταπακτή φραγμένη από μεγάλη πλάκα, η οποία σώζεται μέχρι σήμερον, φαίνονται δε αποτυπωμένα δήθεν το πέλμα του αλόγου της, το δικό της πέλμα και ο μόνος και μακρός μαστό της, τον οποίο έριχνε υπεράνω του ώμου. Η Αμαζών αυτή αναφέρεται από την λαϊκή παράδοση ως μόνη προμαχούσα επί του φρουρίου, ως άριστη ιππεύτρια οδηγούσε τους πολεμιστές της εναντίον του εχθρού».


Σημειωτέον ότι τέτοιοι θρύλοι απαντούν στη Βόρεια Ευρώπη συχνότατα. Ο θρύλος της «Μονοβύζας», επομένως, είναι ακόμη ένα λείψανο από την περίοδο της φραγκοκρατίας στην Αρκαδία, μπολιασμένος με χαρακτηριστικά από τη ζωή των Αμαζόνων, που συνάδουν με τα ελληνικά γυναικεία πρότυπα, αλλά και με τους πολεμικούς αιώνες που πέρασαν πάνω από την Αρκαδία.