«Βρε μπαγάσα περνάς καλά εκεί πάνω;» – «Φεύγει» σαν σήμερα ο Νικόλας Άσιμος

untitled-22_3.jpg

Ξημερώματα Πέμπτης 17 Μαρτίου 1988, ο Νικόλας Άσιμος, αποφασίζει να το ‘’σκάσει’’ από αυτόν τον κόσμο που όπως ο ίδιος έγραφε στα τραγούδια του … ‘’δεν ήξερε να ζει’’.

Όλοι οι άνθρωποι της γενιάς του – μα και της επόμενης – θυμούνται τον Νικόλα, στην πλατεία Εξαρχείων, να πουλάει κασέτες και να μιλά για εκείνα που τελικά κανείς δεν άντεχε να ακούσει.

‘’Μοναχική, απόκοσμη φιγούρα’’, θα τον χαρακτηρίσουν πολλοί. Η αλήθεια είναι κάπου στη μέση.

Ο Νικόλας Άσιμος ή Νικόλαος Ασημόπουλος, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 20 Αυγούστου του 1949 και μεγάλωσε στην Κοζάνη.

Δεν υπήρξε ποτέ ο ‘’καλός μαθητής’’, προτιμούσε να παίζει μπάλα και να ψυχαγωγεί τους συμμαθητές του, σκαρώνοντας σατιρικά στιχάκια.

Αγαπούσε την ποίηση και του άρεσε να απαγγέλει με την μουσική υπόκρουση γαλλικών κομματιών.

Το πρώτο του ‘’στιχούργημα’’ το οποίο υπέγραψε με το ψευδώνυμο ‘’Άσιμος’’, δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ελεύθερος Κόσμος, στην στήλη του Νίκου Μαστοράκη.

Σπούδασε φιλοσοφία, στο ΑΠΘ, ενώ παράλληλα παρακολουθούσε μαθήματα υποκριτικής στην Δραματική Σχολή του Κυριαζή Χαρατσάρη, από την οποία δεν αποφοίτησε ποτέ. Κατά τη διάρκεια της διαμονής του στη Θεσσαλονίκη, αγόρασε την πρώτη του κιθάρα, με την οποία άρχισε να συνθέτει κομμάτια.

Το 1972 έκανε την παρθενική του εμφάνιση ως τραγουδοποιός, σε μια μπουάτ στο δώμα του Λευκού Πύργου. Εκεί ερμήνευε το μονόπρακτο «Το Πανηγύρι» του Ζαν Κοκτώ. Διάφορες διαφωνίες όμως με τους συνεργάτες του, τον ανάγκασαν να διακόψει σύντομα τις συγκεκριμένες εμφανίσεις.

Ένα χρόνο αργότερα, αποφασίζει να εγκαταλείψει τις σπουδές του και την Θεσσαλονίκη. ‘’Κατεβαίνει’’ στην Αθήνα και σχεδόν αμέσως ξεκινά να εμφανίζεται στις περίφημες μπουάτ της Πλάκας. Εκεί συνεργάστηκε με σπουδαίους καλλιτέχνες όπως ο Πάνος Τζαβέλας, ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας, ο Γιάννης Ζουγανέλης, ο Σάκης Μπουλάς, ο Θάνος Αδριανός, ο Περικλής Χαρβάς, η Μαριάννα Τόλη και το ντουέτο Λήδα-Σπύρος. Οι ερμηνείες του γίνονται πιο θεατρικές, ενώ εξελίσσεται και μουσικά.

Το 1975 βγάζει τον πρώτο του δίσκο, έναν δίσκο 45 στροφών,  που περιείχε τα τραγούδια «Ο Μηχανισμός» (Α’ πλευρά) και «Ο Ρωμιός» (Β’ πλευρά) σε ενορχήστρωση του Γιώργου Στεφανάκη.

Ο δίσκος του λογοκρίνεται και η μετάδοση του από τη δημόσια ραδιοτηλεόραση, απαγορεύεται.

Το 1976, κατά τη διάρκεια της σχέσης του με την αναρχοφεμινίστρια Λίλιαν Χαριτάκη, αποκτά μια κόρη την ‘’Λίνα’’, για την οποία έχει γράψει και το ομώνυμο τραγούδι.

Το 1977 έχει τα πρώτα του μπλεξίματα με τις αρχές. Φυλακίζεται στην Αίγινα, με την κατηγορία της ‘’ηθικής αυτουργίας’’ σε ταραχές που ξέσπασαν  στην Αθήνα κατά τη διάρκεια αντιγερμανικών διαδηλώσεων, με αφορμή τους θανάτους μελών της ένοπλης οργάνωσης «Φράξια Κόκκινος Στρατός» («RAF») στα διαβόητα «λευκά κελιά» των φυλακών Σταμχάιμ στη Δυτική Γερμανία. Έμεινε στην φυλακή λίγες εβδομάδες.

Αρνήθηκε να στρατευθεί και κατάφερε να πάρει απαλλαγή, προσποιούμενος τον ψυχοπαθή.

Την περίοδο 1978-1987, ο Νικόλας Άσιμος, ηχογραφεί κασέτες και τις πουλάει ‘’παράνομα’’, σε δρόμους, πλατείες και μπαρ στο κέντρο της Αθήνας.

Το 1981 ξεκινούν οι επώδυνες περιπέτειες του με τα ψυχιατρικά ιδρύματα. Οι φάρσες του στην Πλατεία Εξαρχείων τον οδηγούν πολλές φορές στη νοσηλεία, με τον Δ. Σαββόπουλο να τον ‘’απελευθερώνει’’.

Ο μοναδικός δίσκος 33 στροφών (LP) που έβγαλε, κυκλοφόρησε το 1982, με τίτλο «Ο Ξαναπές», σε ενορχήστρωση του Θανάση Μπίκου και παραγωγή του Ηλία Μπενέτου. Στον δίσκο συμμετείχαν η Χάρις Αλεξίου και ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου. Συμμετοχές που προκάλεσαν αρνητικές αντιδράσεις στο ‘’κοινό’’ και στους ‘’υποστηρικτές’’ του Άσιμου. Πολλοί τον κατηγόρησαν για ‘’προδοσία’’ και αλλαγή στάσης, καθώς και για ‘’ξεπούλημα’’, καθώς θεωρούσαν συστημικούς τους συγκεκριμένους καλλιτέχνες.

Αυτό υπήρξε ένα πλήγμα για τον ίδιο, έτσι αποτραβήχτηκε για λίγο καιρό από τα Εξάρχεια, χωρίς να μετανιώνει βέβαια για την επιλογή των συνεργασιών αυτών.

Χαρακτηρίζει μικροαστούς τους Εξαρχιώτες και λίγο καιρό αργότερα νοικιάζει ένα χώρο στην Καλλιδρομίου 55, το ‘γνωστό μαγαζάκι’’, όπου εκεί ηχογραφεί τα ‘’παράνομα’’ τραγούδια του.

Το ‘’μικρόβιο’’ της υποκριτικής τον οδήγησε σε μερικά περάσματα από κινηματογραφικές ταινίες της εποχής καθώς και στο στήσιμο αυτοσχέδιων παραστάσεων δρόμου, τις οποίες ονόμαζε «Κροκ».

Φίλοι και συνεργάτες του Νικόλα Άσιμου, αναφέρουν πως τα τελευταία χρόνια της ζωής του είχε ‘’παρανοήσει’’. Σύμφωνα με μαρτυρίες τους, εξέφραζε μεταφυσικές ανησυχίες, και μια ιδιαίτερη εμμονή με το έργο του Αμερικανού ανθρωπολόγου και συγγραφέα Κάρλος Καστανιέδα. Πίστεψε ότι διέθετε ικανότητες σαμάνου και έκανε «πειράματα αθανασίας» σκοτώνοντας άτυχα κατοικίδια ζώα τα οποία μετά προσπαθούσε να «αναστήσει».

Το 1987, συλλαμβάνεται για βιασμό και παράνομη κατακράτηση μιας κοπέλας και, παρά το γεγονός ότι η ίδια αποσύρει τη μήνυση εναντίον του, οδηγείται στις φυλακές Κορυδαλλού, κι έπειτα με εισαγγελική εντολή υπογεγραμμένη από τον πατέρα του, σε ιδιωτική ψυχιατρική κλινική, ενώ με το τέλος του εγκλεισμού του, παραπέμπεται σε νέα δίκη για τον ίδιο βιασμό.

Λέγεται ότι αυτό ήταν το ‘’οριστικό πλήγμα’’ στην ήδη διαταραγμένη ψυχική του υγεία. Μετά το πέρας του εγκλεισμού του στην κλινική, επιστρέφει στο προσωπικό του καταφύγιο, στην Καλλιδρομίου. Εκεί, βιώνει μια δεύτερη περίοδο εγκλεισμού ή καλύτερα αυτοεξορίας. Διώχνει όσους φίλους προσπαθούν να τον επισκεφτούν και προσπαθεί να αντλήσει από μέσα του την δύναμη για να συνεχίζει να ζει, γράφοντας σε ένα ημερολόγιο τις σκέψεις του για το μέλλον.

«Δεν υπάρχει σύμπαν
Υπάρχουν μόνο στιγμές
Συμπαντικές στιγμές
Αν φτάσεις στην ακινησία
Μπορείς παντού να ταξιδέψεις…»

Έγραφε σε μια από τις σελίδες του.

Κι έτσι ο Νικόλας Άσιμος σκάρωσε το δικό του συμπαντικό ταξίδι, σε έναν διαφορετικό χωροχρόνο. Τα ξημερώματα της Πέμπτης 17 Μαρτίου 1988 κρεμάστηκε από σωλήνα ύδρευσης στην ‘’υπόγα’’ του, όπως την αποκαλούσε. Ήταν 38 ετών.