Η επιβλητική φωνή του, η χαρακτηριστική φυσιογνωμία του και η υποκριτική του δύναμη, τον κατέστησαν έναν από τους πλέον αναγνωρίσιμους και αγαπητούς ηθοποιούς της χώρας. Με τον ενταφιασμό του το πρωί της Τέταρτης 3 Ιουνίου στο κοιμητήριο της Καρύστου, εκεί όπου επέλεξε να περνά τα καλοκαίρια του, ολοκληρώθηκε μια σπουδαία διαδρομή που άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στον ελληνικό πολιτισμό για περισσότερα από εξήντα χρόνια.
Ο Άγγελος Αντωνόπουλος άφησε την τελευταία του πνοή στις 30 Μαΐου, σε ηλικία 94 ετών. Πιστός στη διακριτικότητα που χαρακτήρισε ολόκληρη τη ζωή του, είχε εκφράσει την επιθυμία η είδηση του θανάτου του να γίνει γνωστή την ημέρα της ταφής του, όπως και έγινε.

Για την Ηλεία, ο Άγγελος Αντωνόπουλος δεν ήταν απλώς ένας σπουδαίος ηθοποιός. Ήταν ένα δικό της παιδί, με ρίζες από την Ολυμπία από την πλευρά της μητέρας του, όπου οι παππούδες του διατηρούσαν μαγειρείο, γνωστό στέκι για σιδηροδρομικούς και αρχαιολόγους την περίοδο των μεγάλων ανασκαφών.
Μάλιστα ο Ερρίκος Σλήμαν που διατηρούσε επαφές με τους γονείς της, όταν γεννήθηκε η μητέρα του, έκανε ανασκαφές στις Μυκήνες και γι αυτό την βάφτισε με το όνομα «Μυκήνα».
Μετά τον θάνατο του πατέρα του στα χρόνια της Κατοχής, η Μυκήνα και ο μικρός Άγγελος ήρθαν για ασφάλεια από τον Πειραιά στην Ολυμπία, όπου εκεί πέρασε τα πιο καθοριστικά χρόνια της παιδικής του ηλικίας. Εκεί πήγε σχολείο, γνώρισε τη ζωή της επαρχίας και στον Αλφειό ποταμό, έμαθε να κολυμπά.
Οι αναμνήσεις του από την Αρχαία Ολυμπία έμελλε να τον συνοδεύουν σε όλη του τη ζωή. Σε συνεντεύξεις του μιλούσε συχνά για τα χρόνια της Κατοχής, για τα μεροκάματα στα χωράφια της ελιάς και της σταφίδας, αλλά και για τις εικόνες που χαράχτηκαν ανεξίτηλα στη μνήμη του, το έντονο ενδιαφέρον των Γερμανών για τον ιερό χώρο της Ολυμπίας και τους αρχαιολογικούς της θησαυρούς, καθώς και τη δράση των ανθρώπων της Αντίστασης που κρατούσαν ζωντανή την ελπίδα της λευτεριάς. Ανάμεσα στα πρόσωπα που θυμόταν ξεχώριζε ο Μητροπολίτης Ηλείας Αντώνιος, όπως και οι αντάρτες της περιοχής που αγωνίζονταν για την ελευθερία.
Αργότερα που ηρέμησαν τα πράγματα επέστρεψε στην Αθήνα και η αγάπη του για την τέχνη τον οδήγησε στη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης του Κάρολου Κουν, έχοντας δάσκαλο τον ίδιο τον σπουδαίο θεατράνθρωπο.
Όπως μου είχε εκμυστηρευτεί σε μια συζήτησή μας πριν από αρκετά χρόνια, το πρώτο ουσιαστικό σκίρτημα για το θέατρο ήρθε στα εφηβικά του χρόνια στην Ολυμπία. Τότε, μαζί με έναν ξάδελφό του έγραψαν ένα μικρό θεατρικό έργο και το παρουσίασαν σε μια ταράτσα. Η ανταπόκριση του κόσμου ήταν απρόσμενα μεγάλη και η προσέλευση εντυπωσιακή για τα δεδομένα της εποχής. «Γοητεύτηκα», μου είχε πει, ένιωσα για πρώτη φορά να γεννιέται μέσα μου η μαγεία του θεάτρου».
Στην πολύχρονη θεατρική του πορεία συνεργάστηκε με εμβληματικές προσωπικότητες ανάμεσά τους ο Δημήτρης Μυράτ, ο Αλέξης Μινωτής, η Κατίνα Παξινού και ο Μάνος Κατράκης, υπηρετώντας με συνέπεια και ήθος το ελληνικό θέατρο.
Από το 1962 συμμετείχε σε σημαντικούς θιάσους, ερμηνεύοντας σπουδαίους ρόλους σε έργα όπως ο «Ιούλιος Καίσαρ» του Σαίξπηρ, η «Άνοδος του Αρτούρο Ούι» του Μπρεχτ, οι «Έρωτες των τεσσάρων συνταγματαρχών» του Πίτερ Ουστίνοφ, ο «Γλάρος» του Άντον Τσέχοφ, και άλλα έργα του παγκόσμιου ρεπερτορίου.
Το κινηματογραφικό του ντεμπούτο πραγματοποιήθηκε στις ταινίες «Η Εκδρομή» και «Παρένθεση» του Τάκη Κανελλόπουλου, και στην πορεία συνεργάστηκε με κορυφαίους δημιουργούς όπως ο Βασίλης Γεωργιάδης, ο Ντίνος Δημόπουλος, ο Γιάννης Δαλιανίδης, ο Ερρίκος Ανδρέου, ο Γιώργος Τζαβέλλας και ο Φιλοποίμην Φίνος. Συμμετείχε σε περισσότερες από τριάντα κινηματογραφικές παραγωγές, αφήνοντας το προσωπικό του στίγμα σε κάθε του εμφάνιση.

Στο ευρύ κοινό έγινε ιδιαίτερα αγαπητός μέσα από την τηλεόραση και τη συμμετοχή του στον θρυλικό «Άγνωστο Πόλεμο» το 1971. Ακολούθησαν σπουδαίες παρουσίες σε σειρές που άφησαν εποχή, όπως οι «Πανθέοι», «Το Φως του Αυγερινού», η «Μαντάμ Σουσού» και το «Προφανώς», ενώ η τελευταία του τηλεοπτική εμφάνιση πραγματοποιήθηκε το 2004 στη σειρά «Τα Παιδιά της Νιόβης».
Το 2007 ενσάρκωσε στο θέατρο τον Καρλ Μαρξ, αποδεικνύοντας για ακόμη μία φορά το εύρος και την ωριμότητα της υποκριτικής του τέχνης.
Πέρα όμως από την υποκριτική, ο Άγγελος Αντωνόπουλος υπήρξε επί δεκαετίες δάσκαλος της δραματικής τέχνης, μεταδίδοντας τη γνώση, την εμπειρία και την αγάπη του για το θέατρο σε νεότερες γενιές ηθοποιών.
Ασχολήθηκε και με τη λογοτεχνία, όπου το 2006 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα «Οι επιβάτες του φεγγαριού» από τις εκδόσεις «Αιώρα», ενώ το 2011 κυκλοφόρησε την ποιητική συλλογή «Αφύλακτη διάβαση».

Η Ηλεία αποχαιρετά έναν άνθρωπο που δεν ξέχασε ποτέ τον τόπο των παιδικών του χρόνων. Και μαζί με αυτήν τον αποχαιρετά ολόκληρος ο ελληνικός πολιτισμός, τιμώντας έναν καλλιτέχνη που υπηρέτησε με αξιοπρέπεια και σπάνιο ήθος την τέχνη του.
Έναν άνθρωπο με ξεχωριστή ευγένεια και μια αδιόρατη αρχοντιά που δεν επιβαλλόταν, αλλά κέρδιζε τον σεβασμό. Έναν άνθρωπο που κουβαλούσε μέσα του τη βαθιά παιδεία και την ποιότητα μιας άλλης εποχής, αφήνοντας ανεξίτηλο το αποτύπωμά του σε όσους είχαν την τύχη να τον γνωρίσουν.
Καλό σου ταξίδι Άγγελε Αντωνόπουλε. Η σκηνή μπορεί να άδειασε, όμως η παρουσία σου θα παραμείνει ζωντανή…