«Ο προϋπολογισμός του 2025 – όπως και οι προηγούμενοι αυτής της κυβέρνησης- δεν είναι προϋπολογισμός ανάπτυξης. Είναι προϋπολογισμός μνημονιακής λογικής, χωρίς να έχουμε μνημόνιο. Αυτό εννοεί η κυβέρνηση μιλώντας για “σταθερότητα”», δήλωσε ο Αλ. Χαρίτσης και καταλόγισε στην κυβέρνηση ένα ακόμα «success story» χωρίς αντίκρισμα, παραπέμποντας μεταξύ άλλων στο χθεσινό μπλακ άουτ στο Μετρό Θεσσαλονίκης και τις «σοβαρότατες ανησυχίες» που εγείρονται για την ασφάλεια των επιβατών.
«Ούτε success story υπάρχει, λοιπόν, ούτε κανείς χαίρεται πέρα από τους κυβερνητικούς βουλευτές και τους λίγους και ισχυρούς που όντως ευτυχούν με την πολιτική της Νέας Δημοκρατίας», είπε χαρακτηριστικά και συνέχισε, αναφερόμενος σε «αλχημείες» της κυβέρνησης στην οικονομική της πολιτική. Για το δημόσιο χρέος, που « η κυβέρνηση πανηγυρίζει για τη μείωσή του, αναφερόμενη στο ποσοστό του Δημόσιου Χρέους ως προς το ΑΕΠ», είπε πως εξαιτίας του πληθωρισμού και της πολύ μικρής πραγματικής αύξησης του ΑΕΠ έχει παραμείνει υψηλό και έχει μεταβληθεί ελάχιστα την τελευταία 5ετία. Για το κοινωνικό κράτος, αναφέρθηκε στη μείωση των «πραγματικών» δαπανών για το ΕΣΥ, την Παιδεία και την Κοινωνική Πρόνοια σε ποσοστό του ΑΕΠ, «την ώρα που το δημόσιο σύστημα υγείας καταρρέει», ενώ για τους φόρους τόνισε πως η κυβέρνηση μιλά για μείωση των φόρων, την ώρα που «η Ελλάδα φορολογικά ευνοεί πιο πολύ από όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ το εισόδημα από κεφάλαιο σε σχέση με το εισόδημα από εργασία» και «αντλεί από την έμμεση φορολογία πολύ περισσότερα έσοδα, σε σχέση με τους φόρους εισοδήματος». Για τους μισθούς αντέκρουσε το αφήγημα της κυβέρνησης περί αυξήσεων στον κατώτατο μισθό και στο δημόσιο και σχολίασε πως κατάφερε να «ενσωματώσει Οδηγία της ΕΕ χωρίς να την ενσωματώνει». Όσον αφορά την «πολυπόθητη», όπως είπε, ανάπτυξη, επισήμανε ότι η κυβέρνηση «πέρασε κάτω από τον πήχη των στόχων τόσο του 2023 όσο και του 2024» όσον αφορά τις νέες επενδύσεις, ότι αυξήθηκε το εμπορικό έλλειμμα, ενώ τα κονδύλια από το Ταμείο Ανάκαμψης πήγαν σε «ελάχιστους» που πολλαπλασίασαν τα κέρδη τους, όπως οι εταιρίες ενέργειας, οι εισηγμένες επιχειρήσεις στο χρηματιστήριο και οι τράπεζες, αφήνοντας την «ιστορική ευκαιρία» να πάει «χαμένη».
«Αυτό που έκανε είναι η νεκρανάσταση ενός αποτυχημένου και καταδικασμένου σε νέα αποτυχία αναπτυξιακού μοντέλου. Γυρίσαμε στο 2008: Τουρισμός, Κατασκευές, Real Estate, τράπεζες και ιδιωτική ασφαλιστική αγορά. Αυτή είναι η ελληνική οικονομία», τόνισε ο Αλ. Χαρίτσης και αναφέρθηκε στην επίσκεψη του πρωθυπουργού στη Νέα Υόρκη, όπου όταν ρωτήθηκε από επενδυτές σε ποιους τομείς να επενδύσουν, αυτός απάντησε «στην Υγεία και στην Παιδεία». «Ο ορισμός του πλιάτσικου», είπε και κάλεσε τον πρωθυπουργό να τον διαψεύσει αν δεν είναι αλήθεια.
Συνεχίζοντας, ο Αλ. Χαρίτσης αναφέρθηκε στα θέματα εξωτερικής πολιτικής κάνοντας τη σύνδεση με τις υπό ψήφιση αμυντικές δαπάνες. Όπως είπε, «η εξωτερική πολιτική αυτής της κυβέρνησης έχει αποτύχει παταγωδώς», ενώ κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι υπηρετεί το δόγμα του «προκεχωρημένου φυλακίου των ΗΠΑ στην περιοχή», το οποίο «μας βάζει σε κινδύνους» και τόνισε πως «η χώρα μας οφείλει να επιστρέψει στην πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική που υπερασπίζεται την ειρήνη, τη σταθερότητα και τη συνεργασία».
Κλείνοντας, ο πρόεδρος της Νέας Αριστεράς, αναφέρθηκε και πάλι στην θατσερική Μεγάλη Βρετάνια, μιλώντας για την ίδια «ασφυξία» που τελικά επέφεραν αυτές οι πολιτικές στην κοινωνία και την οικονομία. «Εμείς εδώ αγνοούμε όλες τις ενδείξεις του κινδύνου και μπαίνουμε όλο και πιο βαθιά στο τούνελ. Της επισφαλούς ανάπτυξης, του πληθωρισμού της απληστίας, της έκρηξης των ανισοτήτων, της κλιματικής κρίσης. Ζούμε σε μια αναπτυξιακή, περιβαλλοντική και κοινωνική ασφυξία. Η χώρα χρειάζεται να ανασάνει. Οι εργαζόμενοι να πάρουν ανάσα. Οι πολίτες να αναπνεύσουν ελεύθερα», είπε χαρακτηριστικά και τόνισε πως «αυτό μπορεί να γίνει με έναν και μόνο τρόπο: την ανατροπή της κυβέρνησης της Δεξιάς και της πολιτικής της», καλώντας και πάλι στη δημιουργία «ενός σύγχρονου Λαϊκού Μετώπου της Αριστεράς», μιας «κοινωνικής και πολιτικής συμμαχίας» που «θα αντιπαρατεθεί στρατηγικά με την πολιτική της Δεξιάς».
Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ