Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας της DATA R.C. για την εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ», περισσότεροι από τους μισούς πολίτες δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να καλύψουν τις βασικές τους ανάγκες, ενώ η συνολική εικόνα αποκαλύπτει μια έντονη «ταξικότητα» δηλαδή διαφοροποιήσεις ανάλογα με το εισόδημα, την εργασιακή κατάσταση και την περιοχή κατοικίας.
Η έρευνα ομαδοποιεί την κοινωνία σε τρεις διακριτές κατηγορίες: τους «πιεσμένους επιβιώτες», που αγγίζουν το ένα τρίτο του πληθυσμού, τους «σταθερούς αλλά πιεσμένους», που αποτελούν τη μεγαλύτερη ομάδα, και τους «ανθεκτικούς – άνετους», οι οποίοι παραμένουν μειοψηφία.
Την ίδια στιγμή, η ακρίβεια και το ενεργειακό κόστος αναδεικνύονται ως τα κυρίαρχα προβλήματα της καθημερινότητας, επιβαρύνοντας δυσανάλογα τα πιο ευάλωτα κοινωνικά στρώματα.
Η εικόνα που προκύπτει για την Ηλεία είναι σαφώς πιο επιβαρυμένη σε σχέση με άλλες περιοχές της Δυτικής Ελλάδας, αποτυπώνοντας μια κοινωνία με εντονότερες οικονομικές πιέσεις και χαμηλότερα επίπεδα ευημερίας.
Ειδικότερα, οι κάτοικοι εμφανίζονται λιγότερο ικανοποιημένοι από την ποιότητα ζωής τους (60,1%), ποσοστό αισθητά χαμηλότερο από αυτό της Αχαΐας, γεγονός που υποδηλώνει υστέρηση σε βασικούς δείκτες καθημερινότητας. Παράλληλα, στην Ηλεία καταγράφεται η υψηλότερη συγκέντρωση «πιεσμένων επιβιωτών» (44,2%), ένδειξη ότι μεγάλο μέρος του πληθυσμού δυσκολεύεται να καλύψει ακόμη και βασικές ανάγκες. Η πίεση αυτή εντείνεται από το υψηλό κόστος ζωής, καθώς η ακρίβεια (80,6%) και το ενεργειακό κόστος (75,4%) επηρεάζουν δυσανάλογα τα νοικοκυριά της περιοχής, καθιστώντας την Ηλεία την πιο επιβαρυμένη περιφερειακή ενότητα στα συγκεκριμένα ζητήματα.

Η εικόνα που προκύπτει για το επίπεδο διαβίωσης και την ποιότητα ζωής είναι, σε πρώτη ανάγνωση, θετική, καθώς περίπου 7 στους 10 κατοίκους, δηλώνουν ικανοποιημένοι τόσο από τη γειτονιά τους (71,9%) όσο και από τη ζωή που κάνουν (70,9%). Ωστόσο, πίσω από αυτόν τον μέσο όρο κρύβονται έντονες διαφοροποιήσεις που αποτυπώνουν τις κοινωνικές ανισότητες της Π.Δ.Ε.
Οι γυναίκες εμφανίζονται ελαφρώς πιο ικανοποιημένες από τους άνδρες, ενώ σε ηλικιακό επίπεδο οι πιο θετικές στάσεις καταγράφονται στους νέους 18-34 ετών και κυρίως στην ομάδα 45-54, όπου η ικανοποίηση από τη ζωή αγγίζει το 78,6%.

Αντίθετα, η εικόνα καταγράφεται λιγότερο θετική στις μεγαλύτερες ηλικίες, με τους 55-64 να πέφτουν στο 62,8%. Καθοριστικός παράγοντας αποδεικνύεται το επίπεδο μόρφωσης των κατοίκων καθώς η ικανοποίηση από τη ζωή εκτοξεύεται από 52,8% στα άτομα χαμηλής εκπαίδευσης σε 81,5% στους αποφοίτους ανώτερης και ανώτατης εκπαίδευσης.
Αντίστοιχη είναι και η εικόνα στο εισόδημα, όπου η απόσταση είναι εντυπωσιακή, καθώς μόλις 42,9% των νοικοκυριών με εισόδημα έως 750 ευρώ δηλώνουν ικανοποιημένοι, όταν στα μεσαία και υψηλότερα εισοδήματα το ποσοστό ξεπερνά το 80%. Τέλος, και η γεωγραφία παίζει ρόλο, με την Αχαΐα να καταγράφει σαφώς καλύτερες επιδόσεις (76,3%) σε σχέση με την Ηλεία (60,1%).

Στο νομό, το 60,1% δηλώνει ικανοποιημένο από τη ζωή που έχει/κάνει την ώρα που το αντίστοιχο ποσοστό στην Αχαΐα είναι 76,3%, στην Αιτωλοακαρνανία 69,7% και ο μέσος όρος στην Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας είναι 70,9%.
Την ίδια ώρα, το ποσοστό των Ηλείων που δηλώνει ικανοποιημένο από την γειτονιά στην οποία ζει ανέρχεται σε 63,6% ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στην Αχαΐα είναι 75,5%, στην Αιτωλοακαρνανία 71,7% και ο μέσος όρος στην Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας είναι 71,9%.
Αξίζει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι τα παραπάνω ποσοστά υπολείπονται των αντίστοιχων ευρωπαϊκών μετρήσεων, όπως αποτυπώνονται στην έρευνα της European Commission «Quality of Life in European Cities», η οποία διεξάγεται από το 2007 και καταγράφει συστηματικά τις εμπειρίες κατοίκων σε 83 πόλεις. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, το ποσοστό ικανοποίησης από τη ζωή στις ευρωπαϊκές πόλεις φτάνει το 82,1% (και 61,2% στην Αθήνα), ενώ από τη γειτονιά αγγίζει το 85,7% (έναντι 68,2% στην Αθήνα), γεγονός που δείχνει ότι η Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας κινείται αισθητά χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και πιο κοντά, ή και ελαφρώς πάνω, στα επίπεδα της πρωτεύουσας.
Η σύγκριση αυτή αναδεικνύει ότι, παρά τη σχετική ικανοποίηση που καταγράφεται, το χάσμα με τις πιο ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές αστικές περιοχές παραμένει υπαρκτό.
Στην ερώτηση της έρευνας για το «πόσο εύκολα τα βγάζουν πέρα τα νοικοκυριά με τις βασικές τους ανάγκες», οι απαντήσεις σκιαγραφούν μια κοινωνία που κινείται στα όρια ανάμεσα στην αντοχή και την πίεση. Πίσω από τη συνολική εικόνα, οι πολίτες κατανέμονται σε τρεις βασικές κατηγορίες, που αποτυπώνουν διαφορετικές βαθμίδες οικονομικής δυσκολίας. Περίπου ένας στους τρεις (34,2%) κατατάσσεται στους «πιεσμένους επιβιώτες», δηλαδή σε όσους δηλώνουν ότι τα βγάζουν πέρα δύσκολα ή πολύ δύσκολα.

Η μεγαλύτερη ομάδα (41,0%) τοποθετείται σε μια ενδιάμεση ζώνη, ως «σταθεροί αλλά πιεσμένοι» οικονομικά πολίτες, καταφέρνοντας να ανταποκριθούν στις βασικές τους ανάγκες αλλά με σχετική δυσκολία, ενώ ένα μικρότερο τμήμα (24,8%) εμφανίζεται πιο ανθεκτικό, δηλώνοντας ότι καλύπτει τις βασικές του ανάγκες με μεγαλύτερη ευχέρεια (εύκολα και πολύ εύκολα).
Η κατανομή αυτή διαφοροποιείται αισθητά ανάλογα με το κοινωνικό και οικονομικό προφίλ. Οι «πιεσμένοι επιβιώτες» συγκεντρώνονται κυρίως στα χαμηλότερα εισοδήματα, φτάνοντας το 64,6% σε όσους δηλώνουν έως 750 ευρώ, αλλά και σε πιο ευάλωτες επαγγελματικές ομάδες, όπως οι αγρότες και εργάτες (63,8%) και οι άνεργοι (42,6%).
Αντίθετα, η κατηγορία των «ανθεκτικών – σχετικά άνετων» ενισχύεται όσο αυξάνεται το εισόδημα, αγγίζοντας το 43,3% στα υψηλότερα στρώματα, ενώ εμφανίζει μεγαλύτερη παρουσία και στους πολίτες με ανώτερη μόρφωση.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ενδιάμεση κατηγορία, που συγκεντρώνει και το μεγαλύτερο μέρος των πολιτών, αποτυπώνοντας μια καθημερινότητα «ισορροπίας υπό πίεση». Σε πολλές επαγγελματικές ομάδες, όπως οι μισθωτοί του δημοσίου (55,4%) και οι επιχειρηματίες (62,1%), η συγκεκριμένη κατηγορία κυριαρχεί, δείχνοντας ότι η σχετική σταθερότητα δεν συνεπάγεται απαραίτητα και άνεση.
Παρόμοιες διαφοροποιήσεις καταγράφονται και σε γεωγραφικό επίπεδο, με την Ηλεία να εμφανίζει υψηλότερη συγκέντρωση «πιεσμένων επιβιωτών» (44,2%), σε αντίθεση με την Αχαΐα όπου ενισχύεται περισσότερο η κατηγορία των «ανθεκτικών – άνετων» (29,9%).
Στην Ηλεία, το 44,2% χαρακτηρίζει δύσκολη έως πολύ δύσκολη την οικονομική του κατάσταση, το 40,6% σταθερή αλλά πιεσμένη και το 15,2% δηλώνουν άνετοι – ανθεκτικοί. Την ίδια ώρα τα αντίστοιχα ποσοστά στην Αχαΐα είναι 28,6% – 41,5% – 29,9% και στην Αιτωλοακαρνανία 36,3% – 40,6% – 23,1%.
Συνολικά, η εικόνα που προκύπτει δεν είναι ενιαία αλλά πολυεπίπεδη, αποτυπώνοντας κυρίως τον τρόπο με τον οποίο οι ίδιοι οι πολίτες βιώνουν και αξιολογούν την οικονομική τους κατάσταση, από συνθήκες έντονης πίεσης έως επίπεδα σχετικής άνεσης.

Τέλος, η έρευνα επιχείρησε να αποτυπώσει πόσο έντονα βιώνουν οι πολίτες βασικά προβλήματα της καθημερινότητας, ζητώντας από τους ερωτώμενους να αξιολογήσουν την πίεση που δέχονται σε τομείς όπως η ακρίβεια, το ενεργειακό κόστος, η στέγαση και η εργασία.
Τα αποτελέσματα δείχνουν ξεκάθαρα ότι το μεγαλύτερο βάρος πέφτει στο κόστος ζωής: σχεδόν 3 στους 4 πολίτες (72,1%) δηλώνουν ότι αντιμετωπίζουν πολύ ή πάρα πολύ έντονα την ακρίβεια στα είδη πρώτης ανάγκης, ενώ αντίστοιχα υψηλό είναι και το ποσοστό για το ενεργειακό κόστος (71,4%). Σε δεύτερο επίπεδο ακολουθεί η δυσκολία εύρεσης σταθερής εργασίας (43,7%), ενώ πιο περιορισμένη αλλά υπαρκτή παραμένει η πίεση από το κόστος στέγασης (35,3%).

Η ένταση αυτών των προβλημάτων δεν κατανέμεται ομοιόμορφα. Τα χαμηλά εισοδήματα βρίσκονται στο επίκεντρο της πίεσης, με την ακρίβεια να αγγίζει το 93,7% στα νοικοκυριά έως 750 ευρώ, ενώ παραμένει ιδιαίτερα υψηλή και στα μεσαία στρώματα. Αντίστοιχα, οι άνεργοι καταγράφουν τα υψηλότερα ποσοστά επιβάρυνσης συνολικά, με 96,8% να δηλώνει έντονη πίεση από την ακρίβεια και 85,1% από τη δυσκολία εύρεσης σταθερής εργασίας, ενώ πολύ επιβαρυμένη είναι και η εικόνα για τους αγρότες και εργάτες.
Σε σχέση με την ηλικία, οι νεότεροι (18-34 ετών) εμφανίζονται πιο εκτεθειμένοι στα ζητήματα εργασίας (58,1%) και στέγασης (42,5%), επιβεβαιώνοντας την αυξημένη επισφάλεια που αντιμετωπίζουν.
Αντίστοιχες διαφοροποιήσεις καταγράφονται και σε γεωγραφικό επίπεδο, με την πίεση να κατανέμεται άνισα μεταξύ των περιφερειακών ενοτήτων. Η Ηλεία εμφανίζει τα υψηλότερα επίπεδα έντασης στα βασικά προβλήματα, ιδίως στην ακρίβεια (80,6%) και το ενεργειακό κόστος (75,4%), ενώ ακολουθεί η Αιτωλοακαρνανία, όπου το ενεργειακό κόστος φτάνει το 79,3%. Αντίθετα, στην Αχαΐα τα αντίστοιχα ποσοστά είναι χαμηλότερα (67,0%) για την ακρίβεια και 64,4% για την ενέργεια), χωρίς ωστόσο να παύουν να καταγράφουν σημαντική επιβάρυνση.
Σε ό,τι αφορά τα κυριότερα προβλήματα, το 80,6% δηλώνει ότι αντιμετωπίζει δυσκολίες με την ακρίβεια στα είδη πρώτης ανάγκης, το 75,4% με το ενεργειακό κόστος, το 47,6% με την δυσκολία εύρεσης σταθερής εργασίας με ικανοποιητικές αποδοχές και το 36,4% με το κόστος στέγασης.

Συνολικά, τα ευρήματα δείχνουν ότι η καθημερινή πίεση συγκεντρώνεται κυρίως γύρω από το κόστος ζωής, αλλά δεν βιώνεται με τον ίδιο τρόπο από όλους, καθώς τόσο τα κοινωνικά όσο και τα γεωγραφικά χαρακτηριστικά καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την ένταση με την οποία τα νοικοκυριά έρχονται αντιμέτωπα με τα βασικά προβλήματα.


