LIVE ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Γιάννης Μπούρης: «Γεννήθηκα με τα πανηγύρια» – Ένα ταξίδι στις μνήμες μιας άλλης εποχής

Γιάννης Μπούρης: «Γεννήθηκα με τα πανηγύρια» – Ένα ταξίδι στις μνήμες μιας άλλης εποχής

Του Γιάννη Μπούρη


Πρόσθεσε το Patrisnews στη Google

Patrisnews

Το πρώτο μου μεγάλο ταξίδι ασυνόδευτος το έκανα με αφορμή το πανηγύρι της Τεγέας. Δεν ήταν η πρώτη φορά που πήγαινα σε πανηγύρι. Ο πατέρας μου, ως πλανόδιος έμπορος κάθε χρόνο, από τα μέσα Ιουλίου ως το τέλος του Οκτωβρίου πήγαινε σε πανηγύρια.

Θα ήμουν 8 χρονών, όταν με πήρε μαζί του στα Τρόπαια και στα Λαγκάδια. Στα Λαγκάδια θυμάμαι ένα βράδυ πήγαν και μάζευαν καβούρια, ήταν η εποχή τους. Σε ένα καζάνι τα έβρασαν και έφαγαν όλοι οι πανηγυριτζήδες.

Στην επιστροφή μέσω Δημητσάνας, Καρύταινας, Ανδρίτσαινας, σε κακοτράχαλους χωματόδρομους με ένα παλιό φορτηγό, περάσαμε από το παλιό πέτρινο γεφύρι της Καρύταινας. Έπρεπε να ξεφορτώσουμε στην Κρέστενα τα σταριδόπανα που χρησιμοποιούσαμε για την παράγκα, νυχτώσαμε όμως και κοιμηθήκαμε εκεί. Οι μεγάλοι κάτω από τις καρυδιές του κήπου, εμένα με έβαλαν μέσα στο σπίτι, πάνω σε ένα ξύλινο αμπάρι, όπου αποθήκευαν το σιτάρι. Την άλλη μέρα περάσαμε την σιδερένια γέφυρα του Αλφειού, εκεί που περνούσε και το τραίνο και γυρίσαμε στον Πύργο. Η μεγάλη γέφυρα του Αλφειού δεν είχε γίνει ακόμα.

Η ιδιαίτερη σχέση μου με τα πανηγύρια σχετίζεται και με τη γέννηση μου. Γεννήθηκα στις 23 Ιουλίου του 1953. Ο πατέρας μου έλειπε στα πανηγύρια, γεννήθηκα στο σπίτι με μαμή και δεν υπήρχε κανείς να με δηλώσει. Ξεχάστηκα και έμεινα αδήλωτος.

Όταν ήλθε ο καιρός να πάω στο σχολείο, πήγα κανονικά, αλλά η δασκάλα μου, Πηπίτσα Καρκαβίτσα, μου έλεγε κάθε τόσο: να πεις του πατέρα σου να φέρει το χαρτί. Συνέχισα τη φοίτηση στη δευτέρα, στην τρίτη τάξη και κάθε χρόνο τα ίδια. Ενδεικτικό δεν έπαιρνα, έπρεπε να πληρώνουμε και 30 δρχ. τότε, αλλά δεν μου έκανε εντύπωση. Ούτε το γεγονός ότι δεν μάθαινα με τι βαθμό πήγαινα στην επόμενη τάξη.

Αναζητώντας κάποια στιγμή πρόσφατα τους βαθμούς μου στο Ζ’ Δημοτικό, με πληροφόρησαν ότι στις πρώτες τάξεις δεν ήμουν καθόλου γραμμένος, στην τρίτη με είχαν περάσει σε μια γραμμή χωρίς βαθμό, στην τετάρτη γράφτηκα κανονικά, και πήρα πρώτη φορά ενδεικτικό στην πέμπτη τάξη, με τη Δωρεάν Παιδεία του Παπανδρέου, όταν για το ενδεικτικό πληρώναμε 1 δρχ.

Εν τω μεταξύ, μετά από επίπονες γραφειοκρατικές διαδικασίες στο τέλος του 1960 αναγνωρίστηκα ως αδήλωτος από τον Δήμο Πύργου, με χρονολογία γέννησης 1954 και τόπο γέννησης τον Πύργο. Φαίνεται όμως ότι μέχρι να γίνει αυτό αποδεκτό από το σχολείο, πέρασαν άλλα 2 χρόνια.

Μια ληξιαρχική πράξη γέννησης, που κατάφερε ο πατέρας μου να πάρει από το χωριό του με φέρει να έχω γεννηθεί στις 30 Οκτωβρίου του 1954 στη Βάχλια, ενώ η ταυτότητα μου έχει ημερομηνία γέννησης 15 Σεπτεμβρίου 1954 και τόπο τον Πύργο!

Έχω γεννηθεί λοιπόν σε 2 διαφορετικά μέρη και 3 διαφορετικές ημερομηνίες! Το σημαδιακό είναι ότι στις 23 Ιουλίου του 1974 έπεσε η χούντα!

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΜΟΥ

Δουλεύοντας το καλοκαίρι στο σύρμα του Μοσχονά είχα μαζέψει μερικά τάλληρα, τόσο έπαιρνα τη μέρα.

Ήταν το καλοκαίρι του 1965, μόλις είχα τελειώσει το Δημοτικό, όταν ο πατέρας μου έφυγε για το πανηγύρι της Τεγέας παίρνοντας μαζί του τον μεγάλο αδελφό μου. Έσκασα. Την άλλη μέρα λέω της μάνας μου: θα πάω κι εγώ στην Τεγέα! Με τα πολλά την έπεισα, πήγα στο σταθμό του τραίνου, έβγαλα εισιτήριο για Τρίπολη και ξεκίνησα. Τηλέφωνο στο σπίτι δεν υπήρχε, ούτε τρόπος επικοινωνίας. Το τραίνο πήγαινε προς Καλαμάτα, στο Ζευγολατιό είχε αλλαγή τραίνου, όλα έγιναν κανονικά, έφτασα αργά το απόγευμα στην Τρίπολη. Ρώτησα πώς πηγαίνει κανείς στην Τεγέα, μου έδειξαν λίγο παραπάνω πού φεύγει το αστικό, το πήρα και σε μισή ώρα έφτασα.

Πανηγύρι Τεγέας 1963 ο πατέρας με εξαδέλφια μου

ΣΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ

Ήταν παραμονή Δεκαπενταύγουστου, είχε τον Εσπερινό, ο κόσμος ήταν ασφυκτικά πολύς, ακολούθησα το πλήθος και έφτασα στην εκκλησία. Ερευνούσα τριγύρω με το βλέμμα, είχα το φόβο ότι θα με τσαφώσει στο ξύλο ο πατέρας μου μόλις με δει. Σε κάποια στιγμή τους εντόπισα στην παράγκα, πλησίασα δειλά, κάποιος που με γνώριζε φώναξε: ο Γιάννης! Δεν υπήρχε περιθώριο να κρύβομαι και πήγα κοντά τους. Οι περισσότεροι έβαλαν τα γέλια, με ρώτησαν πώς ήλθα, η ατμόσφαιρα ελάφρυνε και έτσι ενσωματώθηκα.

Σε ένα ράντζο υπήρχαν λευκά είδη για πούλημα, εκεί έπρεπε να κάθομαι. Προσαρμόστηκα γρήγορα και η περιπέτεια με τα μεγάλα πανηγύρια ξεκίνησε…

Η παράγκα του Παπαπετρόπουλου ήταν τεράστια, το προσωπικό πολύ. Επικεφαλής ήταν ο Μπάρμπα Πέτρος, που ήταν ο ταμίας και μάζευε το χρήμα σε ένα ταγάρι, κρεμασμένο στο λαιμό του. Η γυναίκα του, η κυρά-Θοδώρα είχε αναλάβει το μαγείρεμα για το προσωπικό. Πούλαγαν υφαντά από αργαλειούς από τη Βάχλια και τη γύρω περιοχή, φλοκάτες, χαλιά, κουβέρτες όλων των ειδών, κιλίμια, τάπητα. Μεγάλη κατανάλωση για προίκες κυρίως. Όλα τα χωριά κατέβαιναν γι αυτό το λόγο.

Όταν βράδιαζε λίγο και αραίωνε ο κόσμος, οι μεγάλοι έπιαναν τις συζητήσεις. Παλιοί ΕΑΜίτες, έκαναν εκτιμήσεις για τα λάθη τακτικής στον εμφύλιο και για την πιθανότητα τότε να κάνουν κράτος που να αναγνωριστεί. Τα επόμενα χρόνια εκεί με βρήκε η απόπειρα του Παναγούλη, η εισβολή των Σοβιετικών στην Τσεχοσλοβακία και φαντάζεστε τις συζητήσεις που άναβαν.

Ο χώρος του πανηγυριού ήταν τεράστιος και μαγικός. Γεμάτος μεγάλες καρυδιές, πρόσφερε λίγο ίσκιο, αν και έκανε κρύο, κυρίως τα βράδια. Με δέματα από κουβέρτες κάναμε επιμήκεις πάγκους για την επίδειξη των εμπορευμάτων και σε αυτούς κοιμόμαστε τα βράδια, σκεπασμένοι με κουβέρτες και φλοκάτες. Τόσο κρύο έκανε.

Ξυπνάγαμε στις 6 το πρωί και δουλεύαμε ως τις 11-12 το βράδυ. Όταν δυσκολευόμουν να ξυπνήσω με πείραζαν οι μεγαλύτεροι, λέγοντάς μου: όταν το έσκαγες από το σπίτι ήταν καλά; Καμιά φορά που δεν είχε μεγάλη κίνηση το μεσημέρι εκ περιτροπής ρίχναμε έναν υπνάκο πιο πέρα στα χωράφια με τις βυσσινιές στρώνοντας πρόχειρα ένα στρατσόχαρτο στο χώμα.

Το πάρκο του Τεγεατικού Συνδέσμου και ο αρχαιολογικός χώρος ήταν εξίσου μαγικά. Εκεί γίνονταν εκδηλώσεις με χορευτικά, είχε έκθεση γεωργικών μηχανημάτων, υπαίθριο σινεμά, όπου είδα την κωμωδία «Ο Ηλίας του 16ου». Τα κλαρινομπουζούκια σε τεράστιους χώρους συγκέντρωναν πάνω από 2000 άτομα, σε ατελείωτο γλέντι μέχρι πρωίας.

Το προσωπικό, εκτός από τους ιδιοκτήτες της επιχείρησης τον Κώστα και τον Αντρέα, περιλάμβανε τον πατέρα μου, τον Κώστα τον Χέλη, τον Πάνο το Βλάχο και τον νιόγαμπρο Τάκη τον Μαντηλά, που είχε και τη γυναίκα του μαζί και τον δούλευαν οι άλλοι γιατί πάντα έστρωνε σε μια απομονωμένη γωνιά της παράγκας.

ΣΤΟΝ ΜΥΣΤΡΑ

Μετά το τέλος του πανηγυριού διαλύσαμε την παράγκα, φορτώσαμε εμπορεύματα, ξυλεία και πανιά και πήγαμε στον Μυστρά για το επόμενο πανηγύρι. Είχαμε μια ανάπαυλα 5-6 ημερών, σχεδόν όλο το προσωπικό έφυγε και μείναμε ο Μπάρμπα Πέτρος, ο πατέρας μου, ο αδελφός μου κι εγώ. Κάποια μέρα προσπαθήσαν να μαγειρέψουν φασολάδα, όποιος πέρναγε έριχνε αλάτι και την κάναμε λύσσα.

Η εμπειρία των ημερών πριν το πανηγύρι αξέχαστη. Ανεβήκαμε στην Καστροπολιτεία, πήγαμε στην Παντάνασσα και την κορυφή του Κάστρου, τρώγαμε υπέροχα σύκα από τις γύρω συκιές, αλλά θα μου μείνει αξέχαστος ο πατσάς στη Σπάρτη, όπου για πρώτη φορά είδα να φέρνουν λεμόνι σε φετούλες.

Τελείωσε το πανηγύρι και φορτώσαμε για Ολύμπια. Φτάσαμε αργά, οι δρόμοι ήταν δύσκολοι και στρώσαμε να κοιμηθούμε υπαίθριοι, μέσα στη φοβερή υγρασία της πανηγυρίστρας, ρίχνοντας πάνω μας σταφιδόπανα για προφύλαξη. Ξεφορτώσαμε το πρωί, στήθηκε η παράγκα και πήρα το λεωφορείο για Πύργο, μέσα από τις στροφές της Παλαιοβαρβάσαινας και πήγα στο σπίτι για να δει η μάνα μου ότι είμαι καλά.

Γύρισα στο πανηγύρι, τα Ολύμπια ήταν μαγικά, όπως μαγικά ήταν και το τσίρκο, ο γύρος του θανάτου, ένας παραμορφωμένος νάνος που διαλαλούσε: εδώ το μυστήριο, το πιτσιρίκι.

Ο πατέρας μου σε παράγκα το 1962

Μετά τα Ολύμπια ακολούθησε η Κυπαρισσία και τέλος η Μεσσήνη, από όπου στις 30 Οκτωβρίου πήρα το τραίνο της επιστροφής, γιατί την άλλη μέρα άρχιζε το Γυμνάσιο.

Τα επόμενα χρόνια η διαδρομή ήταν λίγο πολύ ίδια. Το 1968 μάλλον ο πατέρας μου αποφάσισε μετά την Τεγέα να πάμε στο Λεβίδι. Ανεξίτηλη στη μνήμη εμπειρία!

Έχω πάει σε ένα μαγέρικο και τρώω φασολάκια. Κάνω συνεχώς νοήματα στον μάγειρα για να πληρώσω. Με καθυστερεί. Σε κάποια στιγμή έρχεται φέρνοντάς μου μια μερίδα συκωτάκια. Δεν παρήγγειλα τίποτα, λέω. Μου δείχνει μια οικογένεια με παιδιά που έτρωγαν πιο πέρα, έρχεται ένας κύριος και μου λέει: αφού τα πήραμε για τα δικά μας παιδιά, μια μερίδα επιπλέον δεν ήταν σπουδαίο. Για μένα ήταν, δεν το ξέχασα ποτέ!

Πιστοποιητικό Οικογενειακής Κατάστασης

Είμαι στο ράντζο με τα λευκά είδη, ανεβαίνει την ανηφόρα μια γιαγιά σκυφτή και μου λέει: σεντόνια για θανατικά έχεις θέλω όμορφα, κεντημένα σεντόνια, να είμαι έτοιμη σε όλα όταν πεθάνω! Μεγαλείο και περίσσεια ψυχής!

Στα 1969 έπιασα δουλειά με μεροκάματο 50 δρχ. και μετά τα Ολύμπια είχαμε το πανηγύρι στις Καρούτες, όπου με άφηναν το βράδυ μόνο μου να φυλάω την παράγκα. Γύρω γύρω 3 μαγαζιά με μπουζούκια. Η Κλάρα η νταλκαδιάρα και απέναντι η Ζανέτ με το αβυσσαλέο μίνι να τραγουδάει πάνω σε ένα τραπέζι κι από κάτω ένας παπάς να χορεύει εκστασιασμένος. Κι εκείνη να του λέει με χαρακτηριστική χειρονομία να κι αν μ’ αγαπάς παπά μου, να, να κι αν δεν μ’ αγαπάς, να!

Μετά είχαμε Καλάβρυτα. Φορτώσαμε τα πάντα σε ένα παλιό φορτηγό και μέσα από χωματόδρομους φτάσαμε. Έπρεπε να στήσουμε παράγκα στην πλατεία, σκληρή δουλειά. Πιο δίπλα ήταν τα δικαστήρια και πιο κάτω το σχολείο, συνδεμένο με τη σφαγή των Καλαβρύτων από τους ναζί το 1943. Συγκλονιστική η έντονη παρουσία από τις χήρες, μόλις 26 χρόνια μετά. Τι ιστορίες ακούσαμε! Εντύπωση μου έκαναν και κάποια παιδιά με λαμπερά ποδήλατα. Κάποια τα συνάντησα στο Πανεπιστήμιο και γίναμε καρδιακοί φίλοι.

Με πανηγυριτζήδες Καλάβρυτα 1969

Την επόμενη χρονιά το μεροκάματο ανέβηκε στις 100 δρχ. Είχα περιθώριο να αγοράζω βιβλία για τις εξετάσεις της επόμενης χρονιάς, όμως τα περισσότερα κατέληγαν στον οικογενειακό κορβανά.

Το 1971 είχα εισαγωγικές εξετάσεις. Όταν τελείωσαν γύρισα στο πανηγύρι στα Ολύμπια, μετά Καρούτες, Καλάβρυτα. Επίσκεψη στο Μέγα Σπήλαιο, απόλαυση τα άγρια χόρτα με τυρί και το κρασί του καλόγηρου.

Με την εισαγωγή μου στο Πανεπιστήμιο τελείωσαν τα πανηγύρια για μένα. Οι αγαπητοί μου Παπαπετρόπουλοι είχαν αποφασίσει να τα σταματήσουν, εγώ ήδη έπαιρνα υποτροφία, οπότε όλα μες στη ζωή έχουνε τέλος!