Οι συνθήκες υπό τις οποίες σημειώνονται τα περιστατικά δημιουργούν υποψίες ότι πρόκειται για σκόπιμες ενέργειες, με το ζήτημα να αποκτά πλέον διαστάσεις τοπικού προβλήματος και τον κόσμο να έχει θορυβηθεί και να επιζητά λύσεις και ουσιαστικές παρεμβάσεις.
Ο κτηνοτρόφος Νίκος Μπακόπουλος, μιλώντας για το περιστατικό, περιέγραψε μια κατάσταση που, όπως ανέφερε σχετικά, «υπάρχει τα τελευταία χρόνια και επαναλαμβάνεται κατά διαστήματα», τονίζοντας ότι «μας δηλητηριάζουν τα σκυλιά».
Όπως εξηγεί, «πρόκειται για ζώα που είναι αποκλειστικά τσοπανόσκυλα και δεν είναι επιθετικά προς τον άνθρωπο, αλλά έχουν μόνο έναν ρόλο, να προστατεύουν τα ζώα». Σύμφωνα με τον ίδιο, «τα περιστατικά εντοπίζονται σε συγκεκριμένο σημείο, σε αγροτική περιοχή της Κουτσοχέρας, σε δρόμους όπου κινούνται τα κοπάδια», γεγονός που ενισχύει την «εκτίμηση ότι δεν είναι κάποιος άγνωστος, αλλά πιθανότατα πρόκειται για άτομο που γνωρίζει την περιοχή».

Ωστόσο, όπως επισημαίνει, «δεν ξέρουμε ποιος είναι και για ποιο λόγο το κάνει αυτό», αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο τα δηλητήρια να τοποθετούνται είτε σκόπιμα για τα σκυλιά, είτε για άλλα ζώα.
Ο ίδιος αναφέρθηκε και στο πιο πρόσφατο περιστατικό, σημειώνοντας ότι «πριν τρεις-τέσσερις μέρες έγινε το ίδιο πράγμα», ενώ για το δικό του ζώο αναφέρει ότι «το είχα χάσει δύο μέρες και τελικά το εντόπισα Κυριακή απόγευμα σε χωράφι όπου βόσκουν τα πρόβατα, διαπιστώνοντας ότι ήταν δηλητηριασμένο». Παράλληλα, τόνισε ότι «το φαινόμενο δεν είναι μεμονωμένο, αλλά κατά χρονικά διαστήματα χάνονται σκυλιά», διευκρινίζοντας ότι «στην πραγματικότητα δε χάνονται άλλα δηλητηριάζονται και τα περιστατικά συγκεντρώνονται σε μια περιορισμένη γεωγραφική ζώνη, σε μία περιοχή περίπου δύο χιλιομέτρων σε αγροτικό δρόμο».
Ο κτηνοτρόφος υπογράμμισε ότι «έχουν γίνει προσπάθειες για να εντοπιστεί η αιτία, ωστόσο δεν υπάρχουν ενδείξεις για το ποιος μπορεί να είναι», γεγονός που δυσκολεύει την αντιμετώπιση του προβλήματος. Κλείνοντας, εξέφρασε την αγανάκτησή του, τονίζοντας χαρακτηριστικά ότι «δεν μπορεί να συνεχιστεί αυτή η κατάσταση» και ζήτησε να υπάρξει παρέμβαση ώστε να προστατευθούν τόσο τα ζώα, όσο και η κτηνοτροφική δραστηριότητα στην περιοχή.
