Το Καστελλόριζο είναι πολύ κοντά στην Τουρκία, αλλά απέχει 120 χλμ. από πλησιέστερο ελληνικό νησί, την Ρόδο, και πάνω από 520 χλμ. από την ηπειρωτική Ελλάδα.
Διάφορες δυνάμεις εποφθαλμιούσαν το Καστελλόριζο μετά την αποχώρηση των Οθωμανών. Κατελήφθη από τους Γάλλους (1915-21), τους Ιταλούς (1921-44) και τους Άγγλους (1944-45). Έγινε ελληνικό το 1948 μαζί με τα άλλα Δωδεκάνησα.
Σύμφωνα με την Συνθήκη Ειρήνης του 1947, η Ιταλία παραχώρησε πλήρη επικυριαρχία επί των νήσων της Δωδεκανήσου στα οποία ανήκει το Καστελλόριζο, στην Ελλάδα. Η Συνθήκη προνοούσε επίσης ότι «Τα νησιά αυτά θα είναι και θα παραμείνουν αποστρατικοποιημένα».
Είναι κοινός τόπος ότι Ελληνικά στρατεύματα «παρακολουθούν» τις τουρκικές ακτές από το νησί αφ’ ότου η Τουρκία κατέλαβε την Βόρεια Κύπρο το 1974. Η αμυντική θωράκιση ενδυναμώθηκε μετά την κρίση των Ιμίων το 1996.
Το Καστελλόριζο είναι στην πρώτη γραμμή των απειλών του Τούρκου Προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Από την δεκαετία του 1970 αμφισβητεί την Ελληνική κυριαρχία αρκετών νησίδων και βραχονησίδων κατά μήκος των Τουρκικών παραλίων.
Η Τουρκία είναι μια από τις λίγες χώρες που δεν έχουν υπογράψει την Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για την θάλασσα (UNCLOS), η οποία ετέθη σε ισχύ το 1994. Δεν αποδέχεται δε το δικαίωμα των νήσων να έχουν αιγιαλίτιδα ζώνη (continental shelf). Ισχυρίζεται δε ότι τα Δωδεκάνησα πρέπει να είναι αποστρατικοποιημένα.
Η Ελλάδα υπερασπίζεται την στρατικοποίηση των νήσων ως νόμιμη άμυνα σύμφωνα με την Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών, ιδίως μετά την τουρκική κατοχή της Κύπρου και την πολύ μεγάλη στρατιωτική παρουσία του τουρκικού Αιγιακού στόλου και αεροπορίας στην Σμύρνη.
Η Ελλάδα δικαιούται να διεκδικήσει το 80% του Αιγαίου ως δική της ΑΟΖ και η κατοχή του Καστελλόριζου προσθέτει επιπλέον 40,000 τ.χλμ. ΑΟΖ στην Ελλάδα στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.
Όμως, η Τουρκία, η οποία επί τούτου δεν εκύρωσε την Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, διεκδικεί ένα μεγάλο τμήμα της ελληνικής ΑΟΖ, όπου ενδεχομένως να υπάρχουν πλούσια κοιτάσματα υδρογονανθράκων. Η διεκδίκηση βασίζεται στην αρχή της ευθυκρισίας στην οποία και προσέφυγε το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης σε πολύ περιορισμένες περιπτώσεις καθώς και επί της καινοφανούς θεωρίας ότι τα νησιά δεν έχουν υφαλοκρηπίδα.
Το τελευταίο διάστημα η Τουρκία διεξάγει σεισμικές έρευνες σε περιοχές που σύμφωνα με την Σύμβαση για το Δίκαιο της θάλασσας ανήκουν στην Ελλάδα, αρχικά με το ερευνητικό σεισμικό σκάφος Oruc Reis, ονομασθέν από τον Οθωμανό πειρατή του 15ου αιώνα γνωστό ως Βαρβαρόσσα, ο οποίος εγεννήθη στην Λέσβο και κατέληξε σουλτάνος στην Αλγερία.
Οι σεισμικές αυτές έρευνες της Τουρκίας εκφράζουν το δόγμα της Γαλάζιας Πατρίδας (Mavi Vatan) που το «εφηύρε» ο πρώην Ναύαρχος Cem Gürdeniz και υποστηρίζεται από Τούρκους εθνικιστές και Ισλαμιστές και προτρέπει την Τουρκία να επιβάλει την κυριαρχία της πάνω σε αμφισβητούμενες περιοχές στον Εύξεινο Πόντο, το Αιγαίο και στην Μεσόγειο, αγνοεί δε παντελώς το δίκαιο της θάλασσας και τα δικαιώματα των νήσων.
Από το δεύτερο ήμισυ του 2020, ο Ερντογάν έχει μεγιστοποιήσει την επιθετική του ρητορική. Στις 26 Αυγούστου 2020, στην επέτειο της ήττας του Βυζαντινού στρατού στην Μάχη του Μαντζικέρτ το 1071, προειδοποίησε ότι οποιοδήποτε «λάθος» εκ μέρους της Ελλάδος θα οδηγήσει στην «καταστροφή» της.
Πολλοί θεωρούν ότι ο Ερντογάν ενεργεί ωσάν να είναι ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής. Έχει χάσει όμως την πειστικότητα του, η δε Τουρκική λίρα συνεχώς κατρακυλά. Για τον λόγο αυτό προσπαθεί να αυξήσει την δημοτικότητα του με κατακτητικές κινήσεις και ένα «εθνικό όνειρο».
Οι συγκρίσεις μεταξύ του Σουλτάνου της Υψηλής Πύλης και του Τούρκου Προέδρου είναι συχνές στην Ελλάδα η οποία υπήρξε μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ουσιαστικά από το 1430 όταν έπεσε η Θεσσαλονίκη, τυπικά δε από το 1453 με την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως μέχρι την ελληνική ανεξαρτησία στο 1830.
Η ελληνική εξέγερση εγαλούχησε την ταυτότητα του νέου έθνους, ελλοχεύει δε βαθιά καχυποψία έναντι της πολιτικής της Τουρκίας η οποία πάντοτε υπήρξε και εξακολουθεί και σήμερα να είναι κατακτητική.
Η καχυποψία αυτή καλύπτει ολόκληρη την ελληνική κοινωνία ανεξαρτήτως κόμματος. Η Ελλάδα βλέπει την Γαλάζια Πατρίδα ως ένα νέο-οθωμανικό δόγμα αναβίωσης του τουρκικού ιμπεριαλισμού από τον οποίο πολλά υπέφερε ανά τους αιώνες.
Το Καστελλόριζο κείται απέναντι από την Τουρκική πόλη Κας (8 χιλιάδες κατοίκων), όπου οι κάτοικοι το επισκέπτονται τακτικά για ψώνια και για γιατρούς, οι δε περισσότεροι τουρίστες του νησιού, είναι Τούρκοι.
Οι τουρκικές ακτές απέναντι από τα ελληνικά νησιά είναι οι περισσότερες ερημικές και προσφέρουν στους διακινητές διακριτικά σημεία επιβιβάσεως των «πελατών» τους.
Η συνεχής άφιξη μεταναστών είναι μέρος της στρατηγικής της Τουρκίας. Ο Ερντογάν χρησιμοποιεί τους παράτυπους μετανάστες ως διπλωματικό όπλο.
Η παράνομη διακίνηση αναξιοπαθούντων έχει αρχίσει από πολύ πριν βάσει σχεδίου, αν μη του βαθέως κράτους, των διακινητών. Από προσωπική εμπειρία ως δικηγόρος το 2007-2008 όταν ένα «δουλεμπορικό» είχε χάσει το πηδάλιο του στα Ελληνικά ύδατα πλησίον της Πελοποννήσου και το ερυμούλκησε στο Κατάκολο το ρυμουλκό της περιοχής, ερεύνησα την προέλευση του για σκοπούς διεκδίκησης αποζημιώσεως από τους Τούρκους «πλοιοκτήτες» για τους διασώστες, διαπίστωσα ότι η ιδιοκτήτρια εταιρεία στεγαζόταν σε ένα αδειανό οίκημα στην Κωνσταντινούπολη και οι ιδιοκτήτες της εταιρείας ήσαν άγνωστοι και άφαντοι. Στην διεύθυνση αυτή, φαινόντουσαν ότι είχαν την έδρα τους και άλλες μονοβάπορες εταιρείες, τα πλοία των οποίων είναι φανερό ότι θα εχρησιμοποιούντο για τους ίδιους παράνομους σκοπούς.
Οι εντάσεις είναι απόδειξη της απαράδεκτης στάσης του Ερντογάν. Τον Μάρτιο 2020, έχοντας θυμώσει με τη κριτική και τις κατηγορίες της Ευρωπαϊκής Ενώσεως για τις επιθέσεις του κατά των Κούρδων της Βορείου Συρίας, ανακοίνωσε ότι άνοιγε τα Τουρκικά σύνορα για τους μετανάστες που προσπαθούσαν να περάσουν στην Ευρώπη, κατά παράβαση της συμφωνίας του Μαρτίου 2016 ότι θα ήλεγχε τις ροές προς την Ευρώπη και για την συμφωνία αυτή είχε ήδη εισπράξει ένα σεβαστό ποσό από την Ευρώπη.
Βοηθούμενοι φανερά από το επίσημο κράτος, πολλές χιλιάδες μετανάστες εμαζεύτηκαν στο ΒΑ σύνορα της Ελλάδος με την Τουρκία, αναγκάζοντας την Ελλάδα να ενισχύσει τα σύνορα με στρατιωτική παρουσία. Συγχρόνως υπήρξε και ενισχυμένες ροές προς την Μυτιλήνη.
Η Ελλάδα αντέδρασε σθεναρά, κλείνοντας τα σύνορα με την Τουρκία, κατά παράβαση των διεθνών συμβάσεων που έχει υπογράψει. Τον δε Φεβρουάριο του 2012, η κυβέρνηση εξήγγειλε την κατασκευή τοίχους 27 χλμ. κατά μήκος των βορείων συνόρων, που υλοποιήθηκε σταδιακά.
Η Ελληνική ακτοφυλακή προσπαθεί να αποτρέψει την είσοδο των παράτυπων μεταναστών όχι πάντοτε με επιτυχία.
Καθώς η Οθωμανική αυτοκρατορία επλησίαζε στο τέλος της κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως και στον Ελληνο-Τουρκικό Πόλεμο (1919-22), οι Έλληνες της Μικράς Ασίας εξεδιώχθησαν και οι ιστορικοί θεωρούν ότι μαζί με την αρμενική ήταν οι πρώτες γενοκτονίες, παρ’ όλο που η Τουρκία ποτέ δεν τις αναγνώρισε.
Το 1923 υπεγράφη η Συνθήκη της Λωζάννης, η οποία έθεσε τα σύνορα της Νέας Τουρκίας και έβαλε τέλος στην ελληνική διοίκηση της Σμύρνης η οποία συμφωνήθηκε με την Συνθήκη των Σεβρών, το 1920.
Η Συνθήκη της Λωζάννης επέβαλε μια απάνθρωπη ανταλλαγή πληθυσμών βασισμένη στην θρησκεία για «σκοπούς εθνικής ομοιογένειας». Περισσότερο από μισό εκατομμύριο Ελλήνων Μουσουλμάνων μεταφέρθηκαν στην Μικρά Ασία, συμπεριλαμβανομένων 6.5% των κατοίκων της Λέσβου, σύμφωνα με την απογραφή του 1920.
Περισσότερο από 1.5 εκ. Ορθόδοξοι Χριστιανοί απελάθησαν από την Τουρκία στην Ελλάδα και πέραν των 30,000 εγκατεστάθησαν στην Λέσβο. Εχρειάστηκαν δύο γενιές για τις σχέσεις μεταξύ των ομοεθνών να καταλαγιάσουν, κάτι που το βλέπουμε και στην Γερμανία μεταξύ της Ανατολικής και της Δυτικής.
Στην Δυτική Θράκη, που είναι κομμάτι της ΒΑ Ελλάδος και συνορεύει με την Βουλγαρία και την Τουρκία, το οθωμανικό παρελθόν είναι ακόμη ζωντανό. Η μουσουλμανική μειονότητα της Ελλάδος η οποία επέζησε της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κατοικεί πλησίον της οροσειράς της Ροδόπης, της οποίας οι ψηλότερες κορυφές ευρίσκονται στην Βουλγαρία.
Υπολογίζεται ότι η μουσουλμανική μειονότητα αποτελείται από Ρομά και Πομάκους, σλαβικής καταγωγής που ασπάσθηκαν τον μωαμεθανισμό την οθωμανική περίοδο και από ένα αριθμό εξεσλαμισθέντων Ελλήνων όπως έγινε και στην Μικρά Ασία μετά την κατάκτηση της από τους Τούρκους, καθώς επίσης και στην Κύπρο. Σύμφωνα με την Συνθήκη της Λωζάννης οι πολίτες αυτοί είναι Έλληνες μουσουλμάνοι.
Η Ελλάδα εδέχθη να διατηρηθεί μια μικρή μουσουλμανική μειονότητα στην Ελλάδα κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών. Οι ίδιοι οι μουσουλμάνοι επροτιμούσαν να παραμείνουν στην Ελλάδα παρά να ακολουθήσουν τον Κεμάλ Ατατούρκ τον οποίο εθεωρούσαν εχθρό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της θρησκείας. Εις αντάλλαγμα η Τουρκία εδέχθη την παραμονή Ελλήνων στην Κωνσταντινούπολη, αυτοδιοίκηση στα Πριγκηπονήσια (Ίμβρο – Τένεδο), και την παραμονή του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Κωνσταντινούπολη.
Σε αντίθεση με την καταπίεση του ελληνικού στοιχείου της Τουρκίας που σχεδόν εξέλιπε λόγω των κατάπτυστων πολιτικών των εκάστοτε κυβερνήσεων, των πογκρόμ που υπέστη το ελληνικό (και το αρμενικό) στοιχείο, το μουσουλμανικό στοιχείο βασιλεύει στην Ελλάδα, έχει τους δικούς του βουλευτές στο ελληνικό κοινοβούλιο, ασκεί ελεύθερα τα θρησκευτικά του καθήκοντα και διδάσκεται ως πρώτη γλώσσα η τουρκική στα δημοτικά σχολεία.
Η Τουρκία, βάσει σχεδίου πιέζει για την αναγνώριση «τουρκικής μειονότητος», κάτι που η Ελλάδα το απορρίπτει. Η Τουρκία μέσω των Ευρωπαϊκών δικαστηρίων προσπαθεί να επιβάλει το «δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού». Διατηρεί προξενείο στην περιοχή ενισχυμένο με ικανούς και έμπειρους διπλωμάτες και προσφέρει φτηνά δάνεια σε τουρκόφωνους για να ιδρύσουν επιχειρήσεις και να αγοράσουν γη από Έλληνες που εγκαταλείπουν την περιοχή μέσω Ευρωπαϊκών εταιρειών που τους επιτρέπεται η αγορά ακινήτων.
Έχει ιδρυθεί και κόμμα αμιγώς τουρκικό (το Κόμμα Ισότητας, Ειρήνης και Φιλίας) με παραρτήματα και σε άλλα μέρη της Ελλάδος όπου υπάρχει αύξηση του μουσουλμανικού στοιχείου, προς το παρόν δε συνεργάζεται με ελληνικά κόμματα αλλά σε δεδομένη στιγμή όταν κρίνει ότι είναι έτοιμο, θα κατέλθει ως αυτόνομο κόμμα το οποίο ενδέχεται να συνεργασθεί και με το «Ουράνιο Τόξο», το κόμμα των Σκοπιανών, για να ψηφίζουν «en block» υπέρ των συμφερόντων της Τουρκίας.
Η μακροπρόθεσμη επιδίωξη της Τουρκίας είναι η μειονότητα στην Ελλάδα να ελέγχεται από την Τουρκία, όπως συμβαίνει στην Βουλγαρία, και το μουσουλμανικό κόμμα να είναι πέμπτη φάλαγγα για τις τουρκικές διεκδικήσεις.
Ήδη υπάρχει διάχυτη η εντύπωση ότι οι Ελληνικές αρχές ελέγχουν την κατάσταση μόνο κατ’ όνομα. Η Τουρκία έχει πολύ περισσότερη ισχύ στην περιοχή απ’ ότι είναι το πρέπον. Χρηματοδοτεί με εκατομμύρια ευρώ το Προξενείο της Κομοτηνής που το προφυλάσσουν ψηλοί φράκτες, κάμερες και μαυροφορεμένοι φρουροί.
Όμως, καθώς οι σχέσεις Ελλάδος – Τουρκίας φθίνουν, τόσο το Προξενείο αυξάνει την επιρροή του, και απαιτεί αναγνώριση της «τουρκικής» μειονότητος.