Στις 13 Αυγούστου 1968, ο Αλέκος Παναγούλης επιχειρεί μία από τις πιο τολμηρές ενέργειες του αντιδικτατορικού αγώνα: προσπαθεί να ανατινάξει το αυτοκίνητο που μετέφερε τον δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο. Η απόπειρα αποτυγχάνει, ο ίδιος συλλαμβάνεται και ακολουθούν βασανιστήρια, καταδίκη σε θάνατο και χρόνια φυλάκισης.
Ο Αλέκος Παναγούλης, μία από τις εμβληματικότερες μορφές της αντίστασης απέναντι στη Χούντα των Συνταγματαρχών, είχε περάσει στην παρανομία και προετοίμαζε την ενέργεια επί μήνες.
Το σχέδιό του τέθηκε σε εφαρμογή το πρωί της 13ης Αυγούστου 1968, στη λεωφόρο Αθηνών – Σουνίου, κοντά στο Λαγονήσι. Στόχος ήταν η αυτοκινητοπομπή του Γεώργιου Παπαδόπουλου, ο οποίος περνούσε από το σημείο κατά τη μετακίνησή του.
Ο δρόμος είχε υπονομευθεί με εκρηκτικά και την πυροδότηση ανέλαβε ο ίδιος ο Παναγούλης. Η έκρηξη, ωστόσο, δεν σημειώθηκε την κατάλληλη στιγμή και το αυτοκίνητο του δικτάτορα πέρασε χωρίς να πληγεί.
Ο Παναγούλης προσπάθησε να διαφύγει, όμως εντοπίστηκε λίγο αργότερα κρυμμένος στα βράχια της παραλίας και συνελήφθη.
Μετά τη σύλληψή του οδηγήθηκε στα κρατητήρια της ΕΣΑ, όπου υποβλήθηκε σε σκληρά βασανιστήρια, προκειμένου να αποκαλύψει τους συνεργάτες του και τη δράση της αντιστασιακής οργάνωσης.
Παρά τις πιέσεις, δεν κατέδωσε τους ανθρώπους που συμμετείχαν μαζί του στον αντιδικτατορικό αγώνα.
Χρόνια αργότερα, μιλώντας στην Ιταλίδα δημοσιογράφο και μετέπειτα σύντροφό του Οριάνα Φαλάτσι, θα εξηγούσε το πολιτικό σκεπτικό πίσω από την απόπειρα με τη φράση που έμεινε στην ιστορία:
«Δεν επιδίωξα να σκοτώσω έναν άνθρωπο. Δεν είμαι ικανός να σκοτώσω έναν άνθρωπο. Επιδίωξα να σκοτώσω έναν τύραννο».
Στις 17 Νοεμβρίου 1968, το Στρατοδικείο Αθηνών τον καταδίκασε σε θάνατο, ενώ ποινές φυλάκισης επιβλήθηκαν και σε άλλα μέλη της οργάνωσης «Εθνική Αντίσταση».
Η θανατική ποινή δεν εκτελέστηκε, καθώς η υπόθεση είχε προκαλέσει ισχυρές διεθνείς αντιδράσεις, με κυβερνήσεις, πολιτικές οργανώσεις και προσωπικότητες από όλο τον κόσμο να ζητούν να του χαριστεί η ζωή.
Ο Παναγούλης παρέμεινε για περίπου πέντε χρόνια στις στρατιωτικές φυλακές Μπογιατίου, μεγάλο μέρος των οποίων το πέρασε στην απομόνωση.
Στις 5 Ιουνίου 1969 κατάφερε να δραπετεύσει μαζί με τον δεσμοφύλακά του Γιώργο Μωράκη, όμως συνελήφθη ξανά τρεις ημέρες αργότερα. Ακολούθησαν και άλλες απόπειρες απόδρασης.
Η στάση του μέσα στις φυλακές, η άρνησή του να υποταχθεί στο καθεστώς και η αντοχή του στα βασανιστήρια τον μετέτρεψαν σε σύμβολο της αντιδικτατορικής αντίστασης.
Τον Αύγουστο του 1973, μετά τη γενική αμνηστία που έδωσε το καθεστώς σε πολιτικούς κρατούμενους, αποφυλακίστηκε και έφυγε για τη Φλωρεντία, όπου έζησε μαζί με την Οριάνα Φαλάτσι.
Μετά την πτώση της δικτατορίας επέστρεψε στην Ελλάδα και στις πρώτες εκλογές της Μεταπολίτευσης, τον Νοέμβριο του 1974, εξελέγη βουλευτής Β’ Αθηνών με την Ένωση Κέντρου – Νέες Δυνάμεις.
Η πολιτική του πορεία, ωστόσο, υπήρξε σύντομη.
Την 1η Μαΐου 1976 σκοτώθηκε σε τροχαίο δυστύχημα στη λεωφόρο Βουλιαγμένης, όταν το αυτοκίνητό του εξετράπη της πορείας του και κατέληξε σε υπόγειο κατάστημα. Οι συνθήκες του θανάτου του προκάλεσαν τότε έντονη συζήτηση και σειρά σεναρίων, χωρίς όμως να αποδειχθεί ότι επρόκειτο για εγκληματική ενέργεια.
Η κηδεία του, λίγες ημέρες αργότερα, μετατράπηκε σε μεγάλη λαϊκή εκδήλωση, με χιλιάδες ανθρώπους να αποχαιρετούν έναν από τους ανθρώπους που ταυτίστηκαν όσο λίγοι με τον αγώνα κατά της δικτατορίας.
Ο Αλέκος Παναγούλης άφησε πίσω του και σημαντικό ποιητικό έργο, μεγάλο μέρος του οποίου γράφτηκε μέσα στις φυλακές. Περισσότερο από μισό αιώνα μετά, η 13η Αυγούστου 1968 παραμένει μία από τις ημερομηνίες που σημάδεψαν την ιστορία της αντίστασης στη Χούντα.