Η σημερινή ακροαματική διαδικασία ολοκληρώθηκε με την κατάθεση του Βασίλειου Παυλίδη, αδελφού του Ανδρέα Παυλίδη. Στην τοποθέτησή του αναφέρθηκε σε σειρά ζητημάτων που περιλαμβάνονται στη δικογραφία για την υπόθεση των Τεμπών, μεταξύ άλλων στη σύμβαση 717, το σύστημα GSM-R και την Τηλεδιοίκηση.
Ο κ. Παυλίδης υποστήριξε ότι θα πρέπει να κληθούν ενώπιον του εφέτη ανακριτή και πρώην γενικοί γραμματείς του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών. Παράλληλα, εξέφρασε τη θέση ότι τα έλαια σιλικόνης δεν είναι δυνατόν να αποτελούν την αιτία για την πυρόσφαιρα που ακολούθησε τη σύγκρουση των δύο τρένων.
Ολοκληρώνοντας την κατάθεσή του, ο κ. Παυλίδης εξέφρασε την εμπιστοσύνη του στη Δικαιοσύνη, επισημαίνοντας πως πρόκειται για τον τελευταίο θεσμό στον οποίο μπορούν να ελπίζουν οι οικογένειες των θυμάτων.
Νωρίτερα είχαν καταθέσει οι γονείς της Αγάπης Τσακλίδου, Γεώργιος Τσακλίδης και Ελένη Βασάρα.
Η κα Βασάρα, κατά τη διάρκεια της πολύωρης κατάθεσής της, χαρακτήρισε τον ελληνικό σιδηρόδρομο «ωρολογιακή βόμβα εν κινήσει». Παράλληλα, αναφέρθηκε σε σειρά θεμάτων που συνδέονται με την υπόθεση, μεταξύ των οποίων η διαχείριση των ηχητικών αρχείων, το λεγόμενο «μπάζωμα», ο ρόλος των εισαγγελικών και δικαστικών αρχών στη Λάρισα, η εξέταση των οσταρίων, αλλά και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες σημειώθηκε η σύγκρουση.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στα οστάρια που εντοπίστηκαν, θέμα για το οποίο έχει κατατεθεί σχετικό αίτημα και από τον Παύλο Ασλανίδη. Όπως ανέφερε, κατά τη διάρκεια της κύριας ανάκρισης εξετάστηκαν οστά που είχαν βρεθεί στο δεύτερο βαγόνι και στον χώρο του κυλικείου. Η ίδια ζήτησε να πραγματοποιηθεί νέα εξέταση σε εξειδικευμένα εργαστήρια, καθώς και να γίνει ταυτοποίηση όσων δεν κατέστη δυνατό να ταυτοποιηθούν μέχρι σήμερα.
«Μου είναι αδιανόητο να υπάρχει ένα κοκαλάκι της Αγάπης και να είναι στα αζήτητα. Αρκετά με την σκύλευση των νεκρών παιδιών μας», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η κα Βασάρα υποστήριξε ακόμη ότι η δικογραφία ολοκληρώθηκε αφήνοντας σημαντικά κενά και ότι οι οικογένειες των θυμάτων αντιμετώπισαν ένα κράτος που, όπως είπε, στάθηκε εχθρικά απέναντί τους.
Αναφερόμενη στην κατάσταση που επικρατούσε στον σιδηρόδρομο, υποστήριξε ότι τα τρένα κινούνταν με υψηλές ταχύτητες, ενώ έκανε λόγο για σοβαρή υποστελέχωση. Όπως ανέφερε, οι αρμόδιοι υπουργοί γνώριζαν τα προβλήματα, καθώς οι σχετικές πληροφορίες έφταναν σε αυτούς.
Παράλληλα, συνέδεσε την κατάσταση με τον κατακερματισμό του ΟΣΕ και την ιδιωτικοποίηση του πιο κερδοφόρου τμήματός του, υποστηρίζοντας ότι οι αλλαγές έγιναν σύμφωνα με τις κατευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κατά την ίδια, δεν υπήρχε ουσιαστική διαχείριση του κινδύνου, καθώς η ασφάλεια της ανθρώπινης ζωής υποχωρούσε έναντι του κόστους.
Στη συνέχεια, αναφέρθηκε στις ευθύνες των κατηγορουμένων και των οργανισμών που εμπλέκονται στην υπόθεση.
«Εδώ δικάζεται ένα έγκλημα που θα μπορούσε να συμβεί οποιαδήποτε στιγμή. Όλοι ευθύνονται και κανείς δεν έκανε τίποτα για να το αποφύγει», ανέφερε, τονίζοντας πως βασικό αίτημα των οικογενειών είναι να οδηγηθούν στη φυλακή όσοι έχουν ευθύνη και υπαιτιότητα.
Από την πλευρά του, ο Γεώργιος Τσακλίδης ζήτησε νωρίτερα να ακουστούν στο δικαστήριο τρία ηχητικά αρχεία της δικογραφίας, στα οποία περιλαμβάνονται συνομιλίες μεταξύ μηχανοδηγών και σταθμαρχών που δεν σχετίζονται με την υπόθεση.
Όπως εξήγησε, στόχος ήταν να αναδειχθεί η κατάσταση που επικρατούσε στον σιδηρόδρομο, την οποία χαρακτήρισε «μπάχαλο», αλλά και να καταδειχθεί ότι ο Γενικός Κανονισμός Κυκλοφορίας δεν επαρκούσε από μόνος του για να εξασφαλιστεί η ασφαλής λειτουργία των τρένων.
Ο κ. Τσακλίδης ζήτησε επίσης να κληθούν ως μάρτυρες οι εκπρόσωποι της κοινοπραξίας TOMH-ALSTOM, καθώς και ο πρώην πρόεδρος του ΟΣΕ, Παναγιώτης Τερεζάκης.
Σε ό,τι αφορά την έκθεση Jowett, ανέφερε ότι ορισμένοι συγγενείς των θυμάτων εξέφρασαν διαφωνίες σχετικά με τη μεθοδολογία που ακολουθήθηκε και η οποία οδήγησε στο συμπέρασμα για τα έλαια σιλικόνης.
Αναφορικά με το βίντεο από τη Λεπτοκαρυά, στο οποίο καταγράφεται η εμπορική αμαξοστοιχία, σημείωσε ότι αυτό εξετάστηκε από τη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών. Σύμφωνα με την έκθεση της υπηρεσίας, διαπιστώθηκε «ασυνέχεια σε κάποια σημεία».
Λίγο πριν από την ολοκλήρωση της σημερινής συνεδρίασης, ο συνήγορος υποστήριξης της κατηγορίας που είχε ζητήσει την εξέταση του κινητού τηλεφώνου του κατηγορούμενου σταθμάρχη της νυχτερινής βάρδιας υπέβαλε νέο αίτημα.
Συγκεκριμένα, ζήτησε από το δικαστήριο να καθορίσει συγκεκριμένη προθεσμία προς τη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών της Ελληνικής Αστυνομίας, προκειμένου να παραδοθεί η έκθεση πραγματογνωμοσύνης που αφορά τη συγκεκριμένη συσκευή.
Η δίκη θα συνεχιστεί αύριο, Τρίτη.