Στη θέση του προέδρου του Αρείου Πάγου επιλέχθηκε ο Παναγιώτης Λυμπερόπουλος, ενώ καθήκοντα εισαγγελέα του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναλαμβάνει ο Ευάγγελος Μπακέλας.
Ο υπουργός επισήμανε ότι για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά εφαρμόστηκε η νομοθετική ρύθμιση του 2024, η οποία προβλέπει ότι οι Ολομέλειες των ανώτατων δικαστηρίων διαμορφώνουν, μέσω μυστικής ψηφοφορίας, πρόταση για τη νέα ηγεσία τους. Όπως ανέφερε, τόσο ο κ. Λυμπερόπουλος όσο και ο κ. Μπακέλας είχαν λάβει τις περισσότερες ψήφους από τους δικαστές, γεγονός που αποτέλεσε τη βάση της εισήγησής του προς το Υπουργικό Συμβούλιο.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η πρόταση αυτή συνέπεσε στη συνέχεια με τη θέση της Βουλής, με αποτέλεσμα –όπως χαρακτηριστικά είπε– να υπάρξει σχεδόν ομόφωνη ταύτιση των τριών εξουσιών στα ίδια πρόσωπα, εξέλιξη που απέδωσε στη λειτουργία της νέας θεσμικής διαδικασίας.
Ο Γιώργος Φλωρίδης ευχαρίστησε ακόμη την απερχόμενη πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Παπαδοπούλου, και τον απερχόμενο εισαγγελέα Γεώργιο Τζαβέλλα για το έργο που προσέφεραν κατά τη διάρκεια της θητείας τους, επισημαίνοντας ότι υπηρέτησαν τον θεσμό σε μια περίοδο αυξημένων προκλήσεων για τη Δικαιοσύνη.
Παράλληλα, ευχήθηκε στη νέα ηγεσία καλή επιτυχία, υπογραμμίζοντας ότι οι μεταρρυθμίσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη –από τις θεσμικές αλλαγές έως τον ψηφιακό εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση των υποδομών– δημιουργούν, όπως είπε, καλύτερες προϋποθέσεις για την αποτελεσματικότερη απονομή της Δικαιοσύνης.
Κλείνοντας τη δήλωσή του, ο υπουργός αναφέρθηκε στην εικόνα της Δικαιοσύνης στην κοινωνία, σημειώνοντας ότι η εμπιστοσύνη των πολιτών επηρεάζεται συχνά από το αν οι δικαστικές αποφάσεις είναι αρεστές ή όχι. Τόνισε, ωστόσο, ότι η επιστημονική κριτική στις δικαστικές αποφάσεις είναι θεμιτή, αλλά δεν θα πρέπει να συγχέεται με την αμφισβήτηση του ίδιου του θεσμού, υπενθυμίζοντας ότι το δικαστικό σύστημα διαθέτει βαθμίδες ελέγχου ώστε να διορθώνονται ενδεχόμενα λάθη.