Για μένα, αυτή η μυρωδιά προηγείται σχεδόν κάθε άλλης ανάμνησης. Η μητέρα μου έφερνε στο σπίτι ολόκληρα κασόνια με βιβλία, χωρίς να καταφέρνει να καλύψει την ακόρεστη αναγνωστική μου όρεξη. Η ταχύτητα με την οποία τα διάβαζα υπερέβαινε τις δυνατότητες ακόμη και των πιο γενναιόδωρων αγορών.
Έτσι, η Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη του Πύργου έγινε το δεύτερο σπίτι μου. Κάθε Σάββατο επέστρεφα από εκεί φορτωμένη με δέκα ή δώδεκα βιβλία, έναν μικρό θησαυρό.
Το διάβασμα με κρατούσε ξάγρυπνη σε σημείο που η μητέρα μου σηκωνόταν δύο και τρεις φορές μέσα στη νύχτα για να μου σβήσει το φως, ώστε να μπορέσω να ξυπνήσω το πρωί για το σχολείο.
Πολύ αργότερα κατάλαβα ότι εκείνες οι νύχτες δεν μου χάρισαν μόνο την απόλαυση της ανάγνωσης. Μου έμαθαν να κατοικώ σε έναν εσωτερικό κόσμο, να αναζητώ τις λέξεις που δίνουν σχήμα στις σκέψεις και να μην αρκούμαι στις πρώτες, εύκολες απαντήσεις.
Ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες είχε φανταστεί τον παράδεισο σαν μια απέραντη βιβλιοθήκη. Για όποιον μεγάλωσε ανάμεσα σε βιβλία, η εικόνα αυτή περιγράφει μια οικεία μορφή ευτυχίας.
Φέτος, η Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Πύργου συμπληρώνει έναν αιώνα ζωής. Η αφετηρία της βρίσκεται στον Απρίλιο του 1926, όταν ο αρχίατρος Κωνσταντίνος Χριστόπουλος ίδρυσε την «Ηλειακή Βιβλιοθήκη». Από τότε, η διαδρομή της διασταυρώθηκε με τις περιπέτειες του τόπου, τις οικονομικές δοκιμασίες, τους πολέμους, την Κατοχή και τους μεγάλους σεισμούς. Στα αρχεία και στις συλλογές της διατηρείται ένα μέρος της πνευματικής και ιστορικής φυσιογνωμίας της Ηλείας, από το αρχείο του Τάκη Δόξα και του Στέφανου Στεφανόπουλου έως μια σπάνια έκδοση του 1564, τυπωμένη στη Βενετία.
****
Ένας αιώνας είναι αρκετός για να μετατρέψει έναν θεσμό σε σημείο αναφοράς. Είναι, όμως, και αρκετός για να θέσει σε δοκιμασία την ευθύνη των επόμενων γενεών απέναντί του. Διότι η διάρκεια ενός πολιτιστικού θεσμού δεν μετριέται μόνο με τα χρόνια που επιβιώνει, τις συλλογές που συγκεντρώνει ή τις υπηρεσίες που προσφέρει. Μετριέται και από τη θέση που του επιφυλάσσει η πόλη στη συλλογική της συνείδηση.
****
Πριν από μερικά χρόνια, από μια περιέργεια που δύσκολα θα μπορούσα να εξηγήσω με όρους απλής ιστορικής αναζήτησης, τρύπωσα στο παλιό κτίριο της πρώτης βιβλιοθήκης του Πύργου. Ήταν ήδη ερειπωμένο, πληγωμένο από τους σεισμούς και παραδομένο στην εγκατάλειψη. Περπάτησα ανάμεσα στα χαλάσματα και τη σκόνη.
Αυτή η εικόνα δεν με εγκατέλειψε. Ένα ιστορικό κτίριο όταν εγκαταλείπεται, η φθορά του δεν περιορίζεται στην ύλη. Αγγίζει τη σχέση της πόλης με το παρελθόν της, με τις επιλογές που τη διαμόρφωσαν και με τις αξίες που ισχυρίζεται ότι υπερασπίζεται.
Γι’ αυτό η συμπλήρωση εκατό χρόνων από την ίδρυση της Βιβλιοθήκης προσφέρει μια ευκαιρία ουσιαστικότερη από έναν ακόμη επετειακό απολογισμό.
Η επέτειος επιβάλλει να κοιτάξουμε ολόκληρη τη διαδρομή του θεσμού, μαζί με το ιστορικό κτίριο που συνδέεται με την πρώτη του περίοδο, και να αναρωτηθούμε ποια θέση επιθυμούμε να του αποδώσουμε στη σύγχρονη ζωή του Πύργου.
Η διάσωση, η αποκατάσταση και η επανένταξη του κτιρίου στην πολιτιστική ζωή της πόλης συνιστούν έναν στόχο που αξίζει να αποκτήσει συγκεκριμένο περιεχόμενο, με τεκμηριωμένο σχέδιο, σαφείς αρμοδιότητες και δημόσια δέσμευση για την υλοποίησή του.
Ένα αιώνα μετά την ίδρυσή της, η Βιβλιοθήκη του Πύργου μάς καλεί να αποφασίσουμε τι αξίζει να διατηρηθεί από τον πνευματικό βίο αυτού του τόπου και τι είμαστε διατεθειμένοι να παραδώσουμε στις επόμενες γενιές.
Η μητέρα μου μού έμαθε να αγαπώ τα βιβλία. Η Βιβλιοθήκη μού έδωσε χώρο για να ανακαλύψω όσα έκρυβαν. Το παλιό της κτίριο μού υπενθύμισε πόσο εύκολα η αμέλεια μπορεί να μετατρέψει μια ζωντανή κληρονομιά σε ερείπιο.