Για να αυξηθεί ο όγκος και να μειωθεί το κόστος παραγωγής, νοθεύεται με φτηνά σιρόπια γλυκόζης ή φρουκτόζης, άλλες φορές αναμειγνύεται με χαμηλής ποιότητας εισαγόμενη και άλλες φορές αφαιρείται η γύρη ώστε να μην ανιχνεύεται η γεωγραφική προέλευση. Το αποτέλεσμα είναι ένα προϊόν που μοιάζει με μέλι, αλλά απέχει από το αυθεντικό, τόσο σε διατροφική αξία όσο και σε οργανοληπτική ποιότητα.
Ζητήσαμε συμβουλές από την κ.Χρυσούλα Τανανάκη, καθηγήτρια Μελισσοκομίας ΑΠΘ, για το πώς μπορούν οι καταναλωτές να αναγνωρίζουν ένα νοθευμένο προϊόν και απάντησε στο Cantina ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο αν δεν υπάρχουν εργαστηριακές αναλύσεις, ενώ οι διαδεδομένες «δοκιμές στο σπίτι» όπως είναι η βύθιση σε νερό, δεν έχουν επιστημονική τεκμηρίωση.
Υπάρχουν, ωστόσο, ενδείξεις που θα πρέπει να προσέχουμε. Η κρυστάλλωση, για παράδειγμα, είναι φυσικό και ασφαλές φαινόμενο σε μέλια όπως το θυμάρι, η πορτοκαλιά, η κουμαριά. Αν ένα τέτοιο προϊόν δεν κρυσταλλώσει έπειτα από μεγάλο διάστημα, ή έχει υπερθερμανθεί ή έχει νοθευτεί. Τα μέλια μελιτωμάτων, όπως του πεύκου ή του ελάτου, κρυσταλλώνουν πολύ πιο αργά λόγω διαφορετικής σύστασης σε σάκχαρα.
Η οσμή και η γεύση δείχνουν ότι είναι αυθεντικά ή όχι. Το αγνό μέλι έχει βάθος, πολυπλοκότητα, στοιχεία βοτάνων και επίγευση. Αν είναι άοσμο, μυρίζει «ζάχαρη» ή έχει υπερβολικά επίπεδη γεύση, καλό είναι να αναζητήσουμε περισσότερες πληροφορίες για την προέλευσή του. Επιπλέον, η ετικέτα είναι ένα σημαντικό εργαλείο στην αναγνώριση της ποιότητας. Για παράδειγμα, η φράση «συσκευάστηκε στην Ελλάδα» δεν εννοεί ότι είναι ελληνικό. Θα πρέπει να προτιμάμε ετικέτες που αναφέρουν «100% ελληνικό μέλι» ή «μέλι παραγωγής Ελλάδας» που συνοδεύεται από τα πλήρη στοιχεία του μελισσοκόμου.
Τέλος, η τιμή συχνά λέει τη δική της αλήθεια. Ένα μέλι που πωλείται κάτω από 5€/κιλό δύσκολα μπορεί να είναι αγνό, ποιοτικό και ελληνικό.
Πηγή: cantina.protothema.gr