Η καταξιωμένη ηθοποιός εξηγεί γιατί επέλεξε να συναντήσει ξανά μια ηρωίδα που, όπως λέει, παραμένει ανεξάντλητη και διαχρονική, αναφέρεται στη σκηνοθετική ματιά του Θέμη Μουμουλίδη, στις προκλήσεις της ερμηνείας ενός από τους σημαντικότερους ρόλους της αρχαίας τραγωδίας και στη σκηνική της συνάντηση με τον Μελέτη Ηλία στον ρόλο του Κρέοντα.

Παράλληλα, μιλά για τη διαρκή επικαιρότητα του έργου του Σοφοκλή, υπογραμμίζοντας ότι η «Αντιγόνη» εξακολουθεί να υπενθυμίζει στον σύγχρονο άνθρωπο την αξία της συνείδησης, της γενναιότητας και της αγάπης απέναντι στο μίσος.
Eπιστρέφετε για δεύτερη χρονιά με την «Αντιγόνη». Τι ήταν αυτό που σας έκανε να θελήσετε να ξανασυναντήσετε αυτόν τον ρόλο;
«Μιλάμε για ένα αριστουργηματικό έργο. Για εμένα, είναι από τα πιο όμορφα έργα που έχουν γραφτεί ποτέ. Επίσης, είναι ένα έργο ανεξάντλητο. Δηλαδή, όσες φορές και αν επιστρέψει κανείς σε αυτό, είναι πάντα πολλά τα θέματα που έχει να διαχειριστεί. Μιλάμε για ήρωες με εξαιρετική πολυπλοκότητα, που είναι σύμβολα. Οπότε, κάθε επαφή με τέτοια έργα, είναι δώρο για τον ηθοποιό. Επίσης, ήμασταν τυχεροί, γιατί είχαμε μια ευλογημένη συνεργασία, με ανθρώπους που είναι και σπουδαίοι καλλιτέχνες και υπέροχοι άνθρωποι. Όλος ο θίασος και ο σκηνοθέτης μας, ο Θέμης Μουμουλίδης.
Ήταν μια πολύ ευτυχής συγκυρία και όταν μας αγκάλιασε και ο κόσμος, είπαμε να το επαναλάβουμε».
Η παράσταση του Θέμη Μουμουλίδη μεταφέρει τη δράση σε ένα σύγχρονο πολιτικό περιβάλλον.Πώς επηρεάζει αυτή η σκηνοθετική προσέγγιση τη δική σας ερμηνεία;
«Δεν είναι ότι τη μεταφέρει σε ένα σύγχρονο περιβάλλον, διασκευάζοντας το έργο. Νομίζω ότι με έναν τρόπο μας βοηθά, έτσι ώστε οι αναγωγές που κάνουμε σα θεατές, να μας φέρουν στο σήμερα. Ίσα ίσα, για εμάς μια τέτοια ανάγνωση ανοίγει δρόμους, γιατί προφανώς και οι προσλαμβάνουσες του καθενός μας έχουν να κάνουν με το σήμερα, οπότε, νομίζω ότι είναι και για εμάς ένας τρόπος να μιλήσουμε για όσα παρατηρούμε και για τα όσα συμβαίνουν γύρω μας.
Από την άλλη πλευρά, αυτά τα έργα είναι έτσι και αλλιώς τεράστια και διαχρονικά. Ξεκινάμε πάντα με την παραδοχή ότι μας υπερβαίνουν, υπήρχαν πριν από εμάς και θα υπάρχουν και μετά και ο καθένας μας τοποθετεί το δικό του λιθαράκι στην ανάγνωσή τους». Η Αντιγόνη λέει ένα ξεκάθαρο «όχι» απέναντι σε έναν νόμο που θεωρεί άδικο.

Πόσο δύσκολο είναι σήμερα για έναν άνθρωπο να υπερασπιστεί το δικό του «όχι»;
«Είναι πολύ δύσκολο, γιατί στο έργο έχουμε να κάνουμε με ένα υπαρξιακό δίλλημα, που για την Αντιγόνη δεν είναι καν δίλημμα.
Είναι πολύ κοινωνίας είναι, πρώτον, ότι οι άνθρωποι έχουμε γίνει αρκετά παθητικοί και νομίζω ότι δεν είναι εξαιτίας κάποιας αδιαφορίας, αλλά γιατί ‘’βομβαρδιζόμαστε’’ καθημερινά από πάρα πολύ βία και πληροφορίες και είναι σαν να είμαστε ανίκανοι να αντιδράσουμε.
Το άλλο νομίζω είναι, ότι ο εχθρός είναι πιο σκοτεινός, πιο κρυφός. Δεν είναι τόσο σαφή τα πράγματα, όπως ο νόμος του Κρέοντα, που κάνει την Αντιγόνη να σταθεί απέναντι. Σήμερα, τον εχθρό είναι πιο δύσκολο να τον βρει κανείς.
Παρ΄ όλα αυτά, επειδή θέλω να βλέπω αισιόδοξα τα πράγματα, για αρκετούς ανθρώπους η συνείδησή τους είναι πυξίδα και θέλω να πιστεύω ότι σε ένα τόσο υπαρξιακό θέμα, όπως της Αντιγόνης, θα υπήρχαν άνθρωποι που θα αντιδρούσαν έτσι, ακόμα και σήμερα».
Βλέπετε την Αντιγόνη περισσότερο ως σύμβολο αντίστασης, ως μια νέα γυναίκα που υπερασπίζεται την οικογένειά της ή ως έναν βαθιά μοναχικό άνθρωπο; «Νομίζω είναι ένας συνδυασμός.
Όμως, είναι πολύ δύσκολο να μιλήσεις για έναν τέτοιο χαρακτήρα, τόσο απλά και τόσο γρήγορα. Σίγουρα είναι ένα σύμβολο αντίστασης και ένα σύμβολο γενναιότητας, αλλά και ανθρωπιάς, κατά τη γνώμη μου. Η πράξη της είναι βαθιά συγκινητική. Από την άλλη, είναι ένα πρόσωπο, που εξαιτίας της οικογένειάς της και εξαιτίας των βιωμάτων της οικογένειάς της, είναι πολύ μοναχικό. Και είναι ένα πρόσωπο που έλκεται από τους νεκρούς της συγγενείς.
Το λέει άλλωστε καθαρά: ‘’Προτιμώ να είμαι αρεστοί στους νεκρούς, παρά σε αυτόν τον πάνω κόσμο’’, που τον θεωρεί, με έναν τρόπο, άδικο. Η Αντιγόνη είναι ένα πολύπλοκο πρόσωπο και φοβερά γοητευτικό».
Υπάρχει κάποια στιγμή της παράστασης που εξακολουθεί να σας συγκινεί ή να σας δυσκολεύει περισσότερο, ακόμη και μετά από τόσες εμφανίσεις;
«Σίγουρα, υπάρχουν πολλές στιγμές. Με συγκινεί η πιο γνωστή φράση του έργο, το ‘’Γεννήθηκα για να αγαπώ και όχι για να μοιράζομαι το μίσος’’. Με συγκινεί και όλος ο κορμός, που είναι το κομμάτι στο οποίο βλέπουμε την Αντιγόνη που φοβάται και για εμένα αυτό κάνει ακόμα πιο τραγική και ακόμα πιο γενναία την απόφασή της, γιατί δεν είναι ένας άτρωτος χαρακτήρας, αλλά είναι ένας χαρακτήρας που ξεπερνά τον φόβο του του για να υπερασπιστεί την συνείδηση και το πιστεύω του».
Τι απαιτεί σωματικά και συναισθηματικά από έναν ηθοποιό η ερμηνεία της Αντιγόνης; Είναι ένας ρόλος που αφήνετε εύκολα πίσω σας μετά την παράσταση;
«Απαιτεί το 100% και ψυχικά και σωματικά. Απαιτεί επίσης μεγάλη μελέτη. Αυτά έχουν γίνει στο στάδιο των προβών και της προεργασίας. Από εκεί και πέρα, απαιτεί μεγάλη αφοσίωση και το 100% της ενέργειάς μου. Είναι έτσι φτιαγμένη η παράσταση που κάνει μια διαδρομή, οπότε στο τέλος της νιώθω μια απελευθέρωση. Δηλαδή, νιώθω σαν να έχω βουτήξει στη θάλασσα και να έχω βγει καθαρότερη, αν μπορώ να το παρομοιάσω με κάτι.
Είναι πολύ δύσκολο για έναν ηθοποιό να το κάνει αυτό κάθε βράδυ, αλλά είναι και πολύ μαγικό και πολύ ωραίο, ειδικά όταν ανταμείβεται με την αγάπη του κόσμου».
Απέναντί σας βρίσκεται ο Μελέτης Ηλίας ως Κρέοντας. Πώς χτίστηκε σκηνικά αυτή η τόσο έντονη σύγκρουση ανάμεσα στους δύο χαρακτήρες;
«Ο Ηλίας Μελέτης είναι ένας φανταστικός ηθοποιός και ένας πολύ ωραίος συνεργάτης. Οπότε, είχαμε την ευκαιρία να δουλέψουμε πολύ όμορφα και πολύ ομαλά μαζί για να δημιουργήσουμε αυτή την πολύ δύσκολη σκηνή της σύγκρουσης.
Δουλέψαμε καθόλου συγκρουσιακά. Με πολλή αγάπη ο ένας για τον άλλον. Έτσι, χτίστηκε και από τους δυο μας με έναν τρόπο. Ήταν πολύ ωραία η συνεργασία και χαίρομαι κάθε βράδυ που είμαι μαζί του. Είναι πολύ δοτικός, πολύ ωραίος συνάδελφος».
Σε μια εποχή πολέμων, κοινωνικών συγκρούσεων και αμφισβήτησης των θεσμών, γιατί πιστεύετε ότι η «Αντιγόνη» παραμένει τόσο επίκαιρη;
«Η Αντιγόνη παραμένει και είναι και περισσότερο επίκαιρη, γιατί μας υπενθυμίζει πράγματα που η αμείλικτη καθημερινότητά μας, μας κάνει να τα ξεχνάμε. Μας υπενθυμίζει την ανθρωπιά και την αγάπη για τον συνάνθρωπό μας. Μας υπενθυμίζει τα ‘’όχι’’ που πρέπει να λέμε και την συνείδησή μας, που πρέπει να είναι οδηγός μας και τη γενναιότητα. Για εμένα, είναι σα να μας ‘’ξυπνάει’’ αυτή η ηρωίδα».